Νύχτες με την Κάλλη

ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΛΗ 13 ένα ευρύστερνο αγόρι με κοντά αλλά δεμένα ποδάρια που στεκόταν στα πλάγια και πάνω απ’ το παγκάκι της Κάλλης. Από αυτόν τον μικρομέγαλο σβόμπο πήρε το παιχνίδι την τροπή που ανάγκασε τελικά τη γυναίκα να σηκωθεί και να φύγει· από την κεφαλιά και τη μανία με την οποία κάρφωσε την μπάλα στο παγκάκι, ανάμεσα στα σκέλια της· κι από τα άλλα αγόρια που το βρήκαν πολύ αστείο και το συνέχισαν τριγυρίζοντας το παγκάκι σαν μελισσόπουλα και κλοτσώντας την μπάλα καταπάνω της. Την ακολούθησα. Βαδίζοντας όσο κι εκείνη αργά, κράτησα την απόσταση που μας χώριζε σταθερή. Σταματούσε η Κάλλη, σταματούσα κι εγώ. Κοίταζε τα κτίρια των πολυκατοικιών εξεταστικά, όπως θα έκανε μια επισκέπτρια στη συνοικία, κι ακολουθώντας το βλέμμα της, τα κοίταζα κι εγώ. Από πάνω μέχρι κάτω, από τις σκοτεινές εκείνη την ώρα βεράντες τους, τις ορθογώνιες και τις οβάλ, με τις κατάφορτες ζαρντινιέρες τους, μέχρι τις πιλοτές με το τόσο όσο φως και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Και δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό τους βρίσκει. Έτσι την έχασα από τα μάτια μου ένα λεπτό αργότερα, χαζεύοντας μια νεόδμητη οικοδομή με κάτι στρόγγυλα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=