18 ΣΆΚΗΣ ΣΕΡΈΦΑΣ οι Τσέτες! Έρχονται οι Τσέτες!” Είχε έρθει ένας δικός μας με το άλογο και είχε πει ότι οι Τσέτες ήταν καμιά ώρα δρόμο απ’ το χωριό. Πατάει φωνή η μαμά μου “Κατίνα, φόρα τα παπούτσια σου να φύγουμε, θα μας σφάξουνε, άντε καλέ, κουνήσου!” Ε, πήγα μέσα, έβγαλα τα πασουμάκια, φόρεσα τα καλά μου τα παπούτσια, που τα είχα για την εκκλησία. Στο μεταξύ, η μάνα μου μάζευε σ’ έναν μπόγο κάτι ρούχα κι όλο έλεγε “Αχ Παναγίτσα μου! Παναγιά μου εσύ, βόηθα”. Βγαίνω πάλι στην αυλή, παίρνω το ψωμί, το φουρνίζω. Βγαίνει η μάνα μου με τον μπόγο στην πλάτη, με βλέπει “Τι κάνεις εκεί, μαρή;” φωνάζει “χαζάθηκες ντιπ για ντιπ;”. “Βρε μαμά, να μην πάει άδικο τόσο ψωμί, από το πρωί ζυμώνω” της λέω. “Και ποιος θα το φάει το ψωμί με το κακό που μας βρήκε, μωρή αχμάκισσα;” μου κάνει εκείνη. “Ας το φάει η Εμινέ, καλέ μαμά” της λέω. Η Εμινέ ήταν η Τουρκάλα φιλενάδα μου, μένανε δυο σπίτια παρακάτω. Πολύ αγαπημένες ήμασταν, παραπάνω κι από αδελφούλες. Μ’ αρπάζει η μάνα από το χέρι και τρέχουμε χάλα χάλα να προλάβουμε το κάρο που θα έφευγε από την πλατεία. Όπως περνάγαμε μπροστά από το σπίτι της, τη βλέπω στο παράθυρο να κλαίει και
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=