ΠΕΤΑ ΤΟ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ 19 να μου κουνάει το χέρι. “Εκμέκ, Εμινέ” της φωνάζω, εκμέκ είναι το ψωμί στα τούρκικα, “σε μια ώρα θα έχει ψηθεί, να το βγάλεις μην καεί”. Κούνησε το κεφάλι της και τράβηξε την κουρτίνα, να μην τη δω που σπάραζε στο κλάμα. Έτσι την έχω από τότε στον νου μου κι όποτε λέω μέσα μου “Εμινέ” βλέπω μια κλειστή κουρτίνα στο μυαλό μου κι από πίσω ξέρω ότι είναι η Εμινέ και το σπιτάκι μας και η Μαριλού η γάτα μας και τα βραχάκια στον γιαλό που πήγαινα και μάζευα καβούρια να τα βράσει η μαμά μου να πιει το ούζο του ο μπαμπάκας μου, και όλα». Αυτά φέρνει στο μυαλό της τα χαράματα της 12ης Απριλίου του 1963 η κυρία Νίτσα, κάτοικος συνοικισμού Αγίας Φωτεινής, έγγαμος μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, καθώς προσπερνά αφηρημένη μια μητέρα που κοιμάται γερμένη σ’ έναν πάγκο του σταθμού, αγκαλιά με το παιδί της, που έχει πάψει πια να κλαίει.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=