Λίγη ζωή (Συλλεκτική έκδοση)

HANYA YANAGIHARA Μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη ΛΙΓΗ ΖΩΗ

ΛΙΓΗ ΖΩΗ

Λογοτεχνία Πρώτη έκδοση Νοέμβριος 2016 Πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή Οκτώβριος 2025 Τίτλος πρωτοτύπου Hanya Yanagihara, A Little Life, Doubleday 2015 Φωτογραφία εξωφύλλου: Peter Hujar, Orgasmic Man © 2025 The Peter Hujar Archive / Artists Rights Society (ARS), NY/OΣΔΕΕΤΕ, Αθήνα © 2015, Hanya Yanagihara © 2015, 2025 Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) ISBN 978-618-03-4437-0 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84437 Κ.Ε.Π. 6434, Κ.Π. 21846 Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ • Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα τηλ.: 210 3647433 • Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581

HANYA YANAGIHARA ΛΙΓΗ ΖΩΗ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Μαρία Ξυλούρη

Στον Τζάρεντ Χολτ φιλικά· με αγάπη

[Ι] ΟΔΟΣ ΛΙΣΠΕΝΑΡΝΤ

Όλες οι σημειώσεις ανήκουν στη μεταφράστρια του βιβλίου.

11 1 Το ενδέκατο διαμέρισμα είχε μόνο μια ντουλάπα, αλλά η συρόμενη τζαμόπορτα έβγαζε σ’ ένα μπαλκονάκι, απ’ όπου διέκρινε έναν άντρα να κάθεται απέναντι, έξω, φορώντας μπλουζάκι μόνο και σορτς, αν και Οκτώβριος, και να καπνίζει. Ο Γουίλεμ σήκωσε το χέρι να τον χαιρετήσει, μα ο άντρας δεν ανταπέδωσε. Στην κρεβατοκάμαρα, ο Τζουντ ανοιγόκλεινε την πόρτα της ντουλάπας, σαν ακορντεόν, όταν μπήκε ο Γουίλεμ. «Έχει μόνο μια ντουλάπα» είπε. «Εντάξει» είπε ο Γουίλεμ. «Δεν έχω και τίποτα να βάλω μέσα, ούτως ή άλλως». «Ούτε εγώ». Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο. Η διαχειρίστρια τους ακολούθησε μέσα. «Θα το πάρουμε» της είπε ο Τζουντ. Αλλά πίσω στο γραφείο της, η διαχειρίστρια τους είπε ότι δεν μπορούσαν να νοικιάσουν το διαμέρισμα τελικά. «Γιατί όχι;» τη ρώτησε ο Τζουντ. «Δεν βγάζετε αρκετά για να καλύψετε έξι μηνών νοίκια, και δεν έχετε καθόλου οικονομίες» είπε η διαχειρίστρια, κοφτή ξαφνικά. Είχε ελέγξει την πίστωσή τους και τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς κι είχε επιτέλους συνειδητοποιήσει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με δύο εικοσάρηδες που δεν ήταν ζευγάρι και προσπαθούσαν παρ’ όλα αυτά να νοικιάσουν μια γκαρσονιέρα σ’ ένα αδιάφορο (ωστόσο ακριβό) τμήμα της Εικοστής Πέμπτης οδού. «Έχετε κάποιον να υπογράψει ως εγγυητής σας; Αφεντικό; Γονείς;» «Οι γονείς μας έχουν πεθάνει» είπε ο Γουίλεμ, σβέλτα. Η διαχειρίστρια αναστέναξε. «Τότε σας συνιστώ να μην έχετε τόσο μεγάλες προσδοκίες. Σε κανένα καλό κτίριο δεν θα νοικιάσουν σε ανθρώπους με το δικό σας οικονομικό προφίλ». Και μετά σηκώθηκε, με έναν αέρα οριστικό, και κοίταξε με νόημα κατά την πόρτα.

HANYA YANAGIHARA 12 Όταν το είπαν αυτό στον Τζέι Μπι και τον Μάλκομ, ωστόσο, το μετέτρεψαν σε κωμωδία: το πάτωμα του διαμερίσματος ήταν γεμάτο ποντικοκούραδα, ο άντρας απέναντί τους μόνο που δεν τους είχε δείξει τ’ αχαμνά του, η διαχειρίστρια ήταν αναστατωμένη επειδή είχε φλερτάρει τον Γουίλεμ κι αυτός δεν είχε ανταποκριθεί. «Ποιος θέλει να ζήσει γωνία Εικοστής Πέμπτης και Δεύτερης, τέλος πάντων;» ρώτησε ο Τζέι Μπι. Ήταν στο Φο Βιετ Χουόνγκ στην Τσάιναταουν, όπου πήγαιναν για φαγητό δύο βράδια τον μήνα. Το Φο Βιετ Χουόνγκ δεν ήταν πολύ καλό –το φο ήταν παράξενα ζαχαρένιο, ο χυμός του μοσχολέμονου σαν σαπούνι, και ύστερα από κάθε γεύμα τουλάχιστον ένας τους αρρώσταινε– αλλά εξακολουθούσαν να πηγαίνουν, τόσο από συνήθεια, όσο και από ανάγκη. Στο Φο Βιετ Χουόνγκ έπαιρνες μια γαβάθα σούπα ή ένα σάντουιτς με πέντε δολάρια, ή έπαιρνες ένα από τα κυρίως, που στοίχιζαν από οκτώ έως δέκα δολάρια μα ήταν πολύ μεγαλύτερα, έτσι μπορούσες να φυλάξεις το μισό για την επόμενη μέρα ή για να τσιμπήσεις αργότερα το ίδιο βράδυ. Μόνο ο Μάλκομ δεν έτρωγε ποτέ ολόκληρο το κυρίως του, ούτε ποτέ φυλούσε το άλλο μισό, και όταν τελείωνε το φαγητό του, έβαζε το πιάτο του στη μέση του τραπεζιού ώστε ο Γουίλεμ και ο Τζέι Μπι –που μονίμως πεινούσαν– να φάνε το υπόλοιπο. «Φυσικά και δεν θέλουμε να ζήσουμε γωνία Εικοστής Πέμπτης και Δεύτερης, Τζέι Μπι» είπε ο Γουίλεμ υπομονετικά «μα δεν έχουμε και άλλη επιλογή. Δεν έχουμε λεφτά, το ξέχασες;». «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μένεις εκεί που είσαι» είπε ο Μάλκομ, που τώρα στριφογύριζε τα μανιτάρια και το τόφου –έπαιρνε πάντα το ίδιο πιάτο: μανιτάρια πλευρώτους και σιγοβρασμένο τόφου με μια παχύρρευστη καφέ σάλτσα– στο πιάτο του, ενώ ο Γουίλεμ και ο Τζέι Μπι το κοιτούσαν. «Ε λοιπόν, δεν γίνεται» είπε ο Γουίλεμ. «Δεν θυμάσαι;» Πρέπει να το είχε εξηγήσει στον Μάλκομ καμιά δεκαριά φορές το τελευταίο τρίμηνο. «Θα έρθει ο γκόμενος του Μέριτ, οπότε πρέπει να φύγω». «Μα γιατί πρέπει να φύγεις εσύ;» «Επειδή το συμβόλαιο είναι στο όνομα του Μέριτ, Μάλκομ!» είπε ο Τζέι Μπι.

ΛΙΓΗ ΖΩΗ 13 «Α» είπε ο Μάλκομ. Σώπασε. Συχνά ξεχνούσε όσα θεωρούσε ασήμαντες λεπτομέρειες, μα ποτέ δεν φαινόταν να τον πειράζει όταν οι άνθρωποι έχαναν την υπομονή τους μαζί του επειδή ξεχνούσε. «Σωστά». Έβαλε τα μανιτάρια στη μέση του τραπεζιού. «Μα εσύ, Τζουντ–» «Δεν μπορώ να μείνω στο σπίτι σου για πάντα, Μάλκομ. Κάποια στιγμή οι γονείς σου θα με σκοτώσουν». «Οι γονείς μου σ’ αγαπάνε». «Καλοσύνη σου που το λες. Μα δεν θα μ’ αγαπούν αν δεν μετακομίσω, και σύντομα». Ο Μάλκομ ήταν ο μόνος από τους τέσσερίς τους που ζούσε στο πατρικό του, κι όπως άρεσε στον Τζέι Μπι να λέει, αν είχε το πατρικό του Μάλκομ, κι αυτός στο πατρικό του θα έμενε. Όχι ότι το σπίτι του Μάλκομ ήταν ιδιαίτερα σπουδαίο –στην πραγματικότητα ήταν παλιό και κακοδιατηρημένο– μα ήταν μεγάλο: ένα αληθινό πολυώροφο της Άπερ Ιστ Σάιντ. Η αδελφή του Μάλκομ, η Φλόρα, που ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερή του, είχε φύγει πρόσφατα από το διαμέρισμα στο υπόγειο, κι ο Τζουντ είχε πάρει τη θέση της ως βραχυπρόθεσμη λύση: κάποτε οι γονείς του Μάλκομ θα το χρειάζονταν ώστε να το μετατρέψουν σε γραφεία για το λογοτεχνικό πρακτορείο της μητέρας του, πράγμα που σήμαινε ότι ο Τζουντ (τον οποίο ούτως ή άλλως δυσκόλευαν τα σκαλιά που κατέβαιναν στο υπόγειο) έπρεπε να ψάξει για δικό του διαμέρισμα. Και ήταν φυσικό να ζήσει με τον Γουίλεμ· ήταν συγκάτοικοι όλα τους τα φοιτητικά χρόνια. Στο πρώτο έτος, οι τέσσερίς τους συγκατοικούσαν σ’ έναν χώρο που αποτελούνταν από: ένα ενιαίο δωμάτιο από τσιμεντόλιθο, όπου βρίσκονταν τα γραφεία και οι καρέκλες τους και ένας καναπές, που είχαν φέρει οι θείες του Τζέι Μπι με ένα φορτηγάκι της U-Haul, και ένα δεύτερο, πολύ μικρότερο δωμάτιο, στο οποίο είχαν τοποθετηθεί δύο διώροφες κουκέτες. Αυτό το δωμάτιο ήταν τόσο στενό, που ο Μάλκομ κι ο Τζουντ, ξαπλωμένοι στις κάτω κουκέτες, μπορούσαν να απλώσουν και να πιάσουν τα χέρια ο ένας του άλλου. Τη μια διώροφη κουκέτα τη μοιράζονταν ο Μάλκομ κι ο Τζέι Μπι· την άλλη ο Τζουντ και ο Γουίλεμ. «Μαύροι εναντίον λευκών» έλεγε ο Τζέι Μπι. «Ο Τζουντ δεν είναι λευκός» αποκρινόταν ο Γουίλεμ.

HANYA YANAGIHARA 14 «Κι εγώ δεν είμαι μαύρος» πρόσθετε ο Μάλκομ, πιο πολύ για να τη σπάσει στον Τζέι Μπι παρά επειδή το πίστευε. «Λοιπόν» είπε τώρα ο Τζέι Μπι, τραβώντας με το πιρούνι του το πιάτο των μανιταριών κατά τη μεριά του, «θα σας έλεγα ότι μπορείτε να μείνετε σ’ εμένα κι οι δυο σας, μα δεν θα σας άρεσε με τίποτα». Ο Τζέι Μπι ζούσε σ’ ένα τεράστιο, βρομερό λοφτ στη Μικρή Ιταλία, γεμάτο παράξενους διαδρόμους που οδηγούσαν σε αχρησιμοποίητα, περίεργα σχηματισμένα αδιέξοδα και μισοτελειωμένες γωνιές, με τη γυψοσανίδα παρατημένη καταμεσής της κατασκευής, το οποίο ανήκε σε ένα άλλο άτομο που γνώριζαν από το κολέγιο. Ο Έζρα ήταν ζωγράφος, κακός ζωγράφος μα δεν είχε ανάγκη να είναι καλός, επειδή, όπως άρεσε στον Τζέι Μπι να τους θυμίζει, δεν θα χρειαζόταν να δουλέψει ποτέ στη ζωή του. Κι όχι μόνο δεν θα χρειαζόταν να δουλέψει ο ίδιος, μα και τα παιδιά των παιδιών των παιδιών του δεν θα χρειαζόταν ποτέ να δουλέψουν: μπορούσαν να δημιουργούν κακή, πρακτικά απούλητη, άχρηστη τέχνη επί γενιές και ακόμη θα είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν όποτε τους κατέβαινε τα καλύτερα λάδια που ήθελαν και άβολα μεγάλα λοφτ στο κέντρο του Μανχάταν για να τα αχρηστεύσουν με τις κακές αρχιτεκτονικές επιλογές τους∙ κι όταν βαριούνταν τη ζωή του καλλιτέχνη –όπως ήταν πεπεισμένος ο Τζέι Μπι ότι θα συνέβαινε κάποτε στον Έζρα– θα χρειαζόταν απλώς να καλέσουν τους υπεύθυνους του καταπιστεύματός τους για να πάρουν εφάπαξ ένα τεράστιο ποσό της τάξης που οι τέσσερίς τους (εντάξει, ίσως όχι ο Μάλκομ) ούτε στα όνειρά τους δεν θα έβλεπαν σ’ όλη τους τη ζωή. Προς το παρόν ωστόσο, ο Έζρα ήταν μια χρήσιμη γνωριμία, όχι μόνο επειδή άφηνε τον Τζέι Μπι και μερικούς άλλους φίλους του από τη σχολή να μένουν στο διαμέρισμά του –ανά πάσα στιγμή, υπήρχαν τέσσερις ή πέντε άνθρωποι φωλιασμένοι σε διάφορες γωνιές του λοφτ–, αλλά επειδή ήταν ένας καλόβολος και κατά βάση γενναιόδωρος άνθρωπος, και του άρεσε να κάνει αλόγιστα πάρτι με άφθονες δωρεάν ποσότητες φαγητού, ναρκωτικών και αλκοόλ. «Σταθείτε» είπε ο Τζέι Μπι, αφήνοντας κάτω τα ξυλάκια του. «Τώρα το θυμήθηκα – είναι κάποια στο περιοδικό που νοικιάζει το σπίτι μιας θείας της. Να πούμε, στα όρια της Τσάιναταουν».

ΛΙΓΗ ΖΩΗ 15 «Πόσο;» ρώτησε ο Γουίλεμ. «Μάλλον τίποτα – ούτε τι νοίκι να ζητήσει δεν ήξερε. Και θέλει κάποιον που να τον ξέρει». «Λες να μπορέσεις να της πεις μια καλή κουβέντα;» «Ακόμα καλύτερα – θα σας συστήσω. Μπορείτε να περάσετε από το γραφείο αύριο;» Ο Τζουντ αναστέναξε. «Δεν θα τα καταφέρω να ξεγλιστρήσω». Κοίταξε τον Γουίλεμ. «Μην ανησυχείς – μπορώ εγώ. Τι ώρα;» «Το μεσημέρι, θα ’λεγα. Στη μία;» «Θα είμαι εκεί». Ο Γουίλεμ πεινούσε ακόμη, μα άφησε τον Τζέι Μπι να φάει τα υπόλοιπα μανιτάρια. Μετά όλοι περίμεναν για λίγο· μερικές φορές ο Μάλκομ παράγγελνε παγωτό αρτόκαρπο, το μοναδικό πράγμα στον κατάλογο που ήταν σταθερά καλό, έτρωγε δυο μπουκιές και μετά το άφηνε, κι αυτός με τον Τζέι Μπι έτρωγαν το υπόλοιπο. Αλλά αυτή τη φορά δεν παράγγειλε το παγωτό, κι έτσι ζήτησαν τον λογαριασμό για να τον μελετήσουν και να τον διαιρέσουν μέχρι δολαρίου. Την άλλη μέρα, ο Γουίλεμ βρήκε τον Τζέι Μπι στο γραφείο του. Ο Τζέι Μπι δούλευε ρεσεψιονίστ σε ένα μικρό μα σημαντικό περιοδικό με έδρα το Σόχο που κάλυπτε την καλλιτεχνική σκηνή του κέντρου. Ήταν μια στρατηγική θέση γι’ αυτόν· το σχέδιό του, όπως είχε εξηγήσει στον Γουίλεμ ένα βράδυ, ήταν να προσπαθήσει να γίνει φίλος κάποιου από τους συντάκτες και μετά να τον πείσει να τον παρουσιάσει στο περιοδικό. Υπολόγιζε ότι αυτό θα έπαιρνε γύρω στους έξι μήνες, που σήμαινε ότι του απέμεναν άλλοι τρεις. Ο Τζέι Μπι είχε διαρκώς μια έκφραση ήπιας δυσπιστίας όσο ήταν στη δουλειά του, τόσο για το ότι δούλευε όσο και για το ότι ακόμη ουδείς είχε σκεφτεί να αναγνωρίσει την ιδιαίτερη ιδιοφυΐα του. Δεν ήταν καλός ρεσεψιονίστ. Αν και τα τηλέφωνα χτυπούσαν λίγο πολύ διαρκώς, σπανίως τα σήκωνε· όταν κάποιος από τους τέσσερις ήθελε να τον βρει (το σήμα των κινητών στο κτίριο ήταν απρόβλεπτο), έπρε-

HANYA YANAGIHARA 16 πε συνθηματικά να αφήσει το τηλέφωνο να χτυπήσει δύο φορές, να το κλείσει, και μετά να ξαναπάρει. Και ακόμα και τότε μερικές φορές δεν απαντούσε – τα χέρια του ήταν απασχολημένα κάτω από το γραφείο του, να χτενίζουν και να πλέκουν κουβαριασμένες τούφες μαλλιά που είχε σε μια μαύρη πλαστική σκουπιδοσακούλα στα πόδια του. Ο Τζέι Μπι περνούσε, όπως το έθετε ο ίδιος, τη μαλλιαρή του φάση. Πρόσφατα είχε αποφασίσει να κάνει ένα διάλειμμα από τη ζωγραφική, για να φτιάχνει γλυπτά από μαύρα μαλλιά. Όλοι τους είχαν περάσει ένα εξοντωτικό Σαββατοκύριακο στο κατόπι του Τζέι Μπι γυρνώντας από μπαρμπέρικα σε κομμωτήρια στο Κουίνς, στο Μπρούκλιν, στο Μπρονξ και το Μανχάταν, να περιμένουν απέξω όσο ο Τζέι Μπι έμπαινε για να ζητήσει από τους ιδιοκτήτες ό,τι τρίχες είχανε κόψει ή σκουπίσει, και μετά να τραβολογούν έναν ολοένα και πιο άβολο σάκο με μαλλιά στον δρόμο. Τα πρώιμα κομμάτια του συμπεριλάμβαναν Το Απελατίκι, μια μπάλα του τένις την οποία είχε ξυρίσει, κόψει στα δύο και γεμίσει με άμμο πριν τη σκεπάσει με κόλλα και την κυλήσει και ξανακυλήσει σε ένα στρώμα από μαλλιά έτσι που οι τρίχες κινούνταν σαν φύκια κάτω από το νερό, και Το Καθημερινό, στο οποίο σκέπαζε διάφορα οικιακά αντικείμενα –ένα συρραπτικό· μια σπάτουλα· ένα φλιτζάνι– με τρίχινα τομάρια. Τώρα δούλευε ένα έργο μεγάλης κλίμακας για το οποίο δεν τους έλεγε παρά ελάχιστα, μα περιλάμβανε το χτένισμα και το πλέξιμο πολλών κομματιών για να φτιαχτεί ένα κατά τα φαινόμενα ατελείωτο σχοινί από φριζαρισμένα μαύρα μαλλιά. Την περασμένη Παρασκευή τούς είχε παρασύρει σπίτι του υποσχόμενος πίτσες και μπίρες για να τον βοηθήσουν να πλέξει, αλλά ύστερα από πολλές ώρες μονότονης δουλειάς έγινε φανερό ότι ούτε πίτσες ούτε μπίρες προβλέπονταν, και έφυγαν ελαφρώς ενοχλημένοι μα όχι ιδιαίτερα έκπληκτοι. Είχαν βαρεθεί το όλο θέμα με τις τρίχες, αν και ο Τζουντ –ο μόνος ανάμεσά τους– πίστευε ότι τα κομμάτια ήταν υπέροχα και μια μέρα θα θεωρούνταν σημαντικά. Για ευχαριστώ, ο Τζέι Μπι είχε δώσει στον Τζουντ μια βούρτσα καλυμμένη με τρίχες, όμως μετά την πήρε πίσω όταν φάνηκε ότι ένας φίλος του πατέρα του Έζρα ίσως ενδιαφερόταν να την αγοράσει (δεν την αγόρασε, αλλά ο Τζέι Μπι ποτέ δεν επέ-

ΛΙΓΗ ΖΩΗ 17 στρεψε τη βούρτσα στον Τζουντ). Το πρότζεκτ με τις τρίχες είχε αποδειχθεί δύσκολο και από άλλες απόψεις· ένα βράδυ, όταν πάλι κάπως τους είχε ξαναπιάσει κορόιδα και τους τρεις και τους είχε ξαναπάει στη Μικρή Ιταλία και τους είχε ξαναβάλει να ξεμπλέκουν κι άλλες τρίχες, ο Μάλκομ σχολίασε ότι οι τρίχες μύριζαν. Και όντως μύριζαν: όχι τίποτα φοβερό, απλώς την ταγκή μεταλλική μυρωδιά των άλουστων μαλλιών. Όμως τον Τζέι Μπι τον έπιασε μια από τις μανιακές εκρήξεις του, και είχε πει τον Μάλκομ νέγρο που μισεί τον εαυτό του και μπαρμπα-Θωμά1 και προδότη της ράτσας του, και ο Μάλκομ, που πολύ σπάνια θύμωνε αλλά θύμωνε με τέτοιες κατηγορίες, έχυσε το κρασί του στην πλησιέστερη σακούλα με τρίχες και σηκώθηκε κι έφυγε. Ο Τζουντ έτρεξε, όπως όπως, ξοπίσω από τον Μάλκομ κι ο Γουίλεμ έμεινε να τα βγάλει πέρα με τον Τζέι Μπι. Και παρότι οι δυο τους συμφιλιώθηκαν την επόμενη μέρα, στο τέλος ο Γουίλεμ και ο Τζουντ αισθάνονταν (άδικα, το ήξεραν) ελαφρώς πιο θυμωμένοι με τον Μάλκομ, καθώς το επόμενο Σαββατοκύριακο ήταν πάλι στο Κουίνς, και πήγαιναν από μπαρμπέρικο σε μπαρμπέρικο σε μια προσπάθεια να αντικαταστήσουν τη σακούλα με τα μαλλιά που είχε καταστρέψει. «Πώς είναι τα πράγματα στον μαύρο πλανήτη;» ρώτησε τώρα ο Γουίλεμ τον Τζέι Μπι. «Μαύρα» είπε ο Τζέι Μπι, χώνοντας την πλεξούδα που ξέμπλεκε ξανά στη σακούλα. «Ας πηγαίνουμε· είπα στην Άνικα ότι θα είμαστε εκεί στη μιάμιση». Το τηλέφωνο στο γραφείο του άρχισε να χτυπά. «Δεν θα το σηκώσεις;» «Θα ξαναπάρουν». Καθώς περπατούσαν προς τα νότια, ο Τζέι Μπι γκρίνιαζε. Ως τώρα είχε επικεντρώσει τη γοητεία του σε έναν αρχισυντάκτη ονόματι Ντιν, τον οποίο όλοι στην παρέα φώναζαν Ντιάν. Οι τρεις είχαν πάει σε ένα πάρτι στο διαμέρισμα των γονιών ενός συντάκτη στο Ντακότα, όπου ο ένας χώρος με καλλιτεχνικά εκθέματα οδηγούσε στον επόμενο. Καθώς ο Τζέι Μπι μιλούσε με τους συναδέλφους του στην κουζί1 «Μπαρμπα-Θωμάς» έχει επικρατήσει να αποκαλείται ο μαύρος που είναι υπερβολικά πειθήνιος και δουλοπρεπής με τους λευκούς.

HANYA YANAGIHARA 18 να, ο Μάλκομ και ο Γουίλεμ έκαναν βόλτες στο διαμέρισμα μαζί (Πού ήταν ο Τζουντ εκείνη τη νύχτα; Δούλευε, μάλλον): κοιτούσαν μια σειρά από φωτογραφίες του Έντουαρντ Μπερτίνσκι στον ξενώνα∙ ένα σετ από πύργους υδροδεξαμενών των Μπέχερ κρεμασμένο σε τέσσερις σειρές των πέντε πάνω από το γραφείο στο αναγνωστήριο∙ έναν πελώριο Γκούρσκι που δέσποζε πάνω από τα ράφια στη βιβλιοθήκη και, στην κυρίως κρεβατοκάμαρα, έναν ολόκληρο τοίχο με Άρμπους, που κάλυπταν τον χώρο τόσο απόλυτα, ώστε μόνο μερικά εκατοστά κενού τοίχου παρέμεναν στην κορυφή και στη βάση.2 Θαύμαζαν τη φωτογραφία δύο γλυκών κοριτσιών με σύνδρομο Ντάουν που έπαιζαν για τον φακό ντυμένες με τα υπερβολικά στενά, υπερβολικά παιδιάστικα μαγιό τους, όταν τους πλησίασε ο Ντιάν. Ήταν ψηλός, μα είχε ένα μικρό, ποντικίσιο, βλογιοκομμένο πρόσωπο που τον έκανε να φαίνεται άγριος κι αφερέγγυος. Συστήθηκαν, εξήγησαν ότι βρίσκονταν εδώ ως φίλοι του Τζέι Μπι. Ο Ντιάν τούς είπε ότι ήταν από τους αρχισυντάκτες του περιοδικού, υπεύθυνος για την κάλυψη των καλλιτεχνικών. «Α» είπε ο Γουίλεμ, και πρόσεξε να μην κοιτάξει τον Μάλκομ, καθώς δεν του είχε εμπιστοσύνη ότι δεν θα αντιδρούσε. Ο Τζέι Μπι τούς είχε πει ότι απέβλεπε στον καλλιτεχνικό συντάκτη ως πιθανό του στόχο· αυτός έπρεπε να είναι. «Έχετε δει ποτέ κάτι σαν κι αυτό;» τους ρώτησε ο Ντιάν, τείνοντας το χέρι προς τις Άρμπους. «Ποτέ» είπε ο Γουίλεμ. «Λατρεύω την Νταϊάν Άρμπους». Ο Ντιάν σκλήρυνε, και τα μικρά χαρακτηριστικά του φάνηκαν 2 Έντουαρντ Μπουρτίνσκι (1955-), Καναδός φωτογράφος, γνωστός για τα μεγάλου μεγέθους βιομηχανικά τοπία του. Μπερντ (1931-2007) και Χίλα (19342015) Μπέχερ, ζευγάρι Γερμανών φωτογράφων, έγιναν γνωστοί κυρίως φωτογραφίζοντας βιομηχανικά κτίρια και κατασκευές. Αντρέας Γκούρσκι (1955), Γερμανός φωτογράφος – οι έγχρωμες, μεγάλου μεγέθους φωτογραφίες του απεικονίζουν ιδίως κτίρια και τοπία από ψηλά. Νταϊάν (όπως έχει επικρατήσει στα ελληνικά) Άρμπους (1923-1971), Αμερικανίδα φωτογράφος, γνωστή για τα πορτρέτα ανθρώπων από ομάδες περιθωριοποιημένες (νάνοι, τρανσέξουαλ κ.ά.).

ΛΙΓΗ ΖΩΗ 19 να δένονται κόμπος στο κέντρο του μικρού προσώπου του. «Ντιάν είναι». «Τι;» «Ντιάν. Το όνομά της προφέρεται “Ντιάν”». Ίσα που κατάφεραν να βγουν από το δωμάτιο χωρίς να βάλουν τα γέλια. «Ντιάν!» είπε αργότερα ο Τζέι Μπι, όταν άκουσε την ιστορία. «Χριστέ μου! Τι ξιπασμένος μαλάκας». «Μα είναι ο ξιπασμένος μαλάκας σου» είχε πει ο Τζουντ. Κι από τότε τον Ντιν τον έλεγαν «Ντιάν». Δυστυχώς ωστόσο φαινόταν ότι παρά τις ακαταπόνητες προσπάθειες του Τζέι Μπι με τον Ντιάν, δεν ήταν πιο κοντά στο να συμπεριληφθεί στο περιοδικό από ό,τι πριν από τρεις μήνες. Μέχρι που είχε αφήσει τον Ντιάν να του τον πάρει τσιμπούκι στη σάουνα του γυμναστηρίου, και πάλι τίποτα. Κάθε μέρα ο Τζέι Μπι έβρισκε μια αφορμή να πάει στα γραφεία της σύνταξης και στον πίνακα ανακοινώσεων όπου ήταν γραμμένες σε λευκές καρτέλες οι ιδέες για τα άρθρα του επόμενου τριμήνου, και κάθε μέρα έψαχνε το όνομά του στο τμήμα που ήταν αφιερωμένο στους ανερχόμενους καλλιτέχνες, και κάθε μέρα απογοητευόταν. Αντιθέτως έβλεπε τα ονόματα διαφόρων ατάλαντων και υπερεκτιμημένων, ανθρώπων που τους όφειλαν χάρες ή ανθρώπων που ήξεραν ανθρώπους στους οποίους οφείλονταν χάρες. «Αν δω ποτέ τον Έζρα εκεί πάνω, θα σκοτωθώ» έλεγε πάντα ο Τζέι Μπι, στο οποίο οι άλλοι απαντούσαν: Δεν θα συμβεί, Τζέι Μπι και Μην ανησυχείς, Τζέι Μπι – μια μέρα θα βρεθείς κι εσύ εκεί πάνω, και Τι ανάγκη τούς έχεις, Τζέι Μπι; Θα βρεις κάτι άλλο, στα οποία ο Τζέι Μπι αποκρινόταν, αντίστοιχα: «Είσαι σίγουρος;» και «Ναι, καλά» και «Έχω επενδύσει τόσο γαμημένο χρόνο –τρεις ολόκληρους μήνες από τη γαμημένη μου τη ζωή–, το καλό που μου θέλω να βρεθώ εκεί πάνω γαμώτο, αλλιώς τζάμπα το ’κανα όλο αυτό, όπως όλα τ’ άλλα», όπου το «όλα τ’ άλλα» σήμαινε, κατά περίσταση, το μεταπτυχιακό, την επιστροφή στη Νέα Υόρκη, την ενότητα με τα μαλλιά, ή τη ζωή εν γένει, ανάλογα με το πόσο μηδενιστής ένιωθε εκείνη τη μέρα. Ακόμη γκρίνιαζε όταν έφτασαν στη Λίσπεναρντ. Ο Γουίλεμ ήταν αρκετά καινούργιος στην πόλη –μόνο έναν χρόνο ζούσε εκεί– ώστε

HANYA YANAGIHARA 20 να μην έχει ξανακούσει την οδό, που ήταν μετά βίας μεγαλύτερη από σοκάκι, δύο τετράγωνα στο μήκος κι ένα τετράγωνο νότια της Κάναλ, κι ωστόσο ούτε ο Τζέι Μπι, που είχε μεγαλώσει στο Μπρούκλιν, την είχε ακουστά. Βρήκαν το κτίριο και χτύπησαν το κουδούνι του 5C. Απάντησε μια κοπέλα, η φωνή της τραχιά και κούφια λόγω της ενδοεπικοινωνίας, και τους άνοιξε να μπουν. Η είσοδος ήταν στενή και ψηλοτάβανη και βαμμένη ένα ξινισμένο, γυαλιστερό καφέ σκατί, που τους έκανε να νιώθουν σαν να βρίσκονταν στον πάτο πηγαδιού. Η κοπέλα τούς περίμενε στην πόρτα του διαμερίσματος. «Γεια, Τζέι Μπι» είπε, και μετά κοίταξε τον Γουίλεμ και κοκκίνισε. «Άνικα, αποδώ ο φίλος μου ο Γουίλεμ» είπε ο Τζέι Μπι. «Γουίλεμ, η Άνικα δουλεύει στα καλλιτεχνικά. Είναι μια χαρά παιδί». Η Άνικα κοίταξε κάτω και προέταξε το χέρι της με μια κίνηση. «Χαίρω πολύ» είπε στο πάτωμα. Ο Τζέι Μπι κλότσησε τον Γουίλεμ και του χαμογέλασε με τρόπο. Ο Γουίλεμ τον αγνόησε. «Παρομοίως» είπε. «Λοιπόν, αυτό είναι το διαμέρισμα – Είναι της θείας μου – Έζησε πενήντα χρόνια εδώ – μα μόλις πήγε σε γηροκομείο» Η Άνικα μιλούσε πολύ γρήγορα και προφανώς είχε καταλήξει ότι η καλύτερη στρατηγική ήταν να αντιμετωπίζει τον Γουίλεμ σαν έκλειψη και απλούστατα να μην τον κοιτάζει καθόλου. Μιλούσε όλο και πιο γρήγορα, για τη θεία της, που συνέχεια έλεγε ότι η γειτονιά έχει αλλάξει, και για το ότι τη Λίσπεναρντ ούτε ακουστά δεν την είχε ώσπου να μετακομίσει στο Κάτω Μανχάταν, και λυπόταν πολύ που δεν ήταν βαμμένο ακόμη, όμως η θεία της είχε μόλις, κυριολεκτικά μόλις μετακομίσει και είχαν προλάβει μονάχα να το καθαρίσουν το περασμένο Σαββατοκύριακο. Κοιτούσε οπουδήποτε εκτός από τον Γουίλεμ –στο ταβάνι (επενδυμένο με ανάγλυφο τσίγκο), στα πατώματα (σκασμένα, μα παρκέ), στους τοίχους (όπου οι προ πολλού κρεμασμένες κορνίζες είχαν αφήσει φασματικές σκιές)– ώσπου τελικά ο Γουίλεμ αναγκάστηκε να τη διακόψει, μαλακά, και να ρωτήσει αν μπορούσε να ρίξει μια ματιά στο υπόλοιπο διαμέρισμα. «Ω, ευχαρίστως» είπε η Άνικα «θα σε αφήσω στην ησυχία σου»,

ΛΙΓΗ ΖΩΗ 21 αν και μετά άρχισε να τους ακολουθεί, μιλώντας πολύ γρήγορα στον Τζέι Μπι για έναν τύπο ονόματι Τζάσπερ που χρησιμοποιούσε τη γραμματοσειρά Archer παντού – και δεν παραείναι στρογγυλεμένη και περίεργη για σώμα κειμένου; Τώρα που ο Γουίλεμ τής είχε γυρίσει την πλάτη, τον κοιτούσε απροκάλυπτα, και όσο πιο πολύ μιλούσε τόσο πιο ανόητη γινόταν η φλυαρία της. Ο Τζέι Μπι κοιτούσε την Άνικα που κοιτούσε τον Γουίλεμ. Ποτέ δεν την είχε δει έτσι, τόσο αγχωμένη και κοριτσίστικη (συνήθως ήταν μουτρωμένη και σιωπηλή και στην πραγματικότητα κάπως τη φοβούνταν στη δουλειά επειδή είχε φτιάξει, στον τοίχο πάνω από το γραφείο της, μια περίτεχνη γλυπτή καρδιά από ξυράφια X-ACTO), μα είχε δει πολλές γυναίκες να φέρονται έτσι μπροστά στον Γουίλεμ. Όλοι τους. Ο φίλος τους ο Λάιονελ έλεγε ότι ο Γουίλεμ πρέπει να ήταν ψαράς σε κάποια προηγούμενη ζωή, γιατί όλο γατούλες μάζευε ολόγυρά του. Ωστόσο τις περισσότερες φορές (αν και όχι πάντα) ο Γουίλεμ φαινόταν να μην έχει ιδέα. Ο Τζέι Μπι μια φορά είχε ρωτήσει τον Μάλκομ γιατί πίστευε ότι συνέβαινε αυτό, και ο Μάλκομ είπε ότι πίστευε πως αυτό συνέβαινε επειδή ο Γουίλεμ δεν το είχε προσέξει. Ο Τζέι Μπι είχε απλώς γρυλίσει αντί απάντησης, μα το σκεπτικό του ήταν: ο Μάλκομ είναι ο πιο αργόστροφος άνθρωπος που γνωρίζω, και αφού ακόμα και ο Μάλκομ το πρόσεξε πώς κάνουν οι γυναίκες μπροστά στον Γουίλεμ, είναι αδύνατον να μην το έχει προσέξει ο ίδιος ο Γουίλεμ. Αργότερα, ωστόσο, ο Τζουντ είχε διατυπώσει μια διαφορετική ερμηνεία: πρότεινε ότι ο Γουίλεμ εσκεμμένα δεν αντιδρούσε στις γυναίκες, ώστε οι άντρες γύρω του να μην αισθάνονται ότι τους απειλεί. Αυτό έβγαζε περισσότερο νόημα· ο Γουίλεμ άρεσε σε όλους και ποτέ δεν θα έκανε επίτηδες τους ανθρώπους να νιώσουν άβολα, και έτσι ήταν πιθανό, υποσυνείδητα τουλάχιστον, να υποκρίνεται μια κάποια άγνοια. Μα και πάλι – ήταν σαγηνευτικό να το βλέπεις, και οι τρεις τους δεν το βαριούνταν ποτέ, όπως και το να κοροϊδεύουν τον Γουίλεμ γι’ αυτό μετά, αν και συνήθως απλώς χαμογελούσε και δεν έλεγε τίποτα. «Το ασανσέρ είναι εντάξει;» γύρισε και ρώτησε απότομα ο Γουίλεμ. «Τι;» αποκρίθηκε η Άνικα, σαστισμένη. «Ναι, είναι πολύ αξιόπιστο». Τέντωσε τα λεπτά της χείλη σ’ ένα χαμογελάκι που ο Τζέι Μπι

HANYA YANAGIHARA 22 συνειδητοποίησε, με έναν πόνο στο στομάχι από ντροπή, ότι προοριζόταν για φλερτ. Αχ, Άνικα, σκέφτηκε. «Τι ακριβώς σκοπεύεις να φέρεις στο διαμέρισμα της θείας μου;» «Τον φίλο μας» απάντησε, πριν προλάβει ο Γουίλεμ. «Έχει πρόβλημα με τις σκάλες και χρειάζεται ένα ασανσέρ που να λειτουργεί». «Α» είπε, κοκκινίζοντας ξανά. Ξανάπιασε να κοιτάζει το πάτωμα. «Συγγνώμη. Ναι, λειτουργεί». Το διαμέρισμα δεν ήταν τίποτα εντυπωσιακό. Υπήρχε ένας μικρός προθάλαμος, λίγο μεγαλύτερος από χαλάκι της πόρτας, που έβγαζε στην κουζίνα (ένας ζεστός, λιγδιασμένος μικρός κύβος) δεξιά και σε έναν χώρο για τραπεζαρία αριστερά που πιθανώς θα χωρούσε ένα πτυσσόμενο τραπέζι. Ένα πάσο χώριζε αυτό τον χώρο από το καθιστικό, με τα τέσσερά του παράθυρα, όλα κλεισμένα με σιδεριές, που κοιτούσαν νότια στον όλο σκουπίδια δρόμο, και στην άκρη ενός μικρού διαδρόμου δεξιά βρισκόταν το μπάνιο με τις απλίκες του από γαλακτερό γυαλί και τη φθαρμένη εμαγιέ μπανιέρα, και απέναντί του η κρεβατοκάμαρα, που είχε άλλο ένα παράθυρο και ήταν μακριά μα στενή· εδώ, δύο ξύλινα μονά κρεβάτια είχαν τοποθετηθεί παράλληλα το ένα στο άλλο, το καθένα κόντρα στον τοίχο. Το ένα κρεβάτι είχε ήδη στρώμα, ένα ανοικονόμητο, άχαρο πράμα, βαρύ σαν ψόφιο άλογο. «Το στρώμα είναι αχρησιμοποίητο» είπε η Άνικα. Είπε μια μεγάλη ιστορία για το πώς ήταν να μετακομίσει εδώ η ίδια, και είχε αγοράσει μέχρι και το στρώμα ενόψει της μετακόμισης, μα ποτέ δεν το χρησιμοποίησε γιατί αντ’ αυτού είχε μετακομίσει στον φίλο της τον Κλέμεντ, που δεν ήταν ο γκόμενός της, απλώς φίλος της, και θεέ μου, τι καθυστερημένη που ήταν και το είπε αυτό. Τέλος πάντων, αν ο Γουίλεμ ήθελε το διαμέρισμα, θα του χάριζε το στρώμα. Ο Γουίλεμ την ευχαρίστησε. «Τι λες, Τζέι Μπι;» Τι έλεγε; Έλεγε ότι είναι αχούρι. Βέβαια, κι αυτός σε αχούρι ζούσε, μα ήταν στο αχούρι του κατ’ επιλογήν, και επειδή ήταν τζάμπα, και τα χρήματα που θα ξόδευε στο νοίκι μπορούσε, αντιθέτως, να τα ξοδεύει σε χρώματα, και προμήθειες, και ναρκωτικά, και πού και πού σε ταξί. Μα αν ο Έζρα αποφάσιζε ποτέ ν’ αρχίσει να του χρεώνει

ΛΙΓΗ ΖΩΗ 23 νοίκι, αποκλείεται να έμενε εκεί. Η οικογένειά του μπορεί να μην είχε τα λεφτά του Έζρα, ή του Μάλκομ, μα σε καμιά περίπτωση δεν θα τον άφηναν να χαραμίσει λεφτά για να ζει σ’ ένα αχούρι. Θα του έβρισκαν κάτι καλύτερο, ή θα του έδιναν ένα μικρό μηνιάτικο να τον βοηθήσουν να τα βγάλει πέρα. Μα ο Γουίλεμ και ο Τζουντ δεν είχαν τέτοια επιλογή: Έπρεπε να πληρώνουν από την τσέπη τους, και δεν είχαν λεφτά, άρα ήταν καταδικασμένοι να ζήσουν σ’ ένα αχούρι. Και εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα, τότε μάλλον είχαν βρει το κατάλληλο αχούρι – ήταν φτηνό, βρισκόταν στο κέντρο, και η υποψήφια σπιτονοικοκυρά τους ήταν ήδη τσιμπημένη με το πενήντα τοις εκατό των δυο τους. Έτσι «Μου φαίνεται τέλειο» είπε στον Γουίλεμ, που συμφώνησε. Η Άνικα έβγαλε μια τσιρίδα. Και ύστερα από μια βιαστική συζήτηση, ήταν οριστικό: η Άνικα είχε νοικάρη, κι ο Γουίλεμ κι ο Τζουντ κάπου να μείνουν – όλα αυτά πριν αναγκαστεί ο Τζέι Μπι να θυμίσει στον Γουίλεμ ότι δεν θα είχε πρόβλημα να τον κεράσει ο Γουίλεμ μια γαβάθα νουντλς για μεσημεριανό προτού γυρίσει στο γραφείο. Ο Τζέι Μπι δεν ήταν της ενδοσκόπησης, μα στο τρένο για το σπίτι της μητέρας του, εκείνη την Κυριακή, δεν μπορούσε να μη νιώθει μια αόριστη αυταρέσκεια, συνδυασμένη με κάτι που έφερνε σε ευγνωμοσύνη, για τη ζωή και την οικογένεια που είχε. Ο πατέρας του, μετανάστης στη Νέα Υόρκη από την Αϊτή, είχε πεθάνει όταν ο Τζέι Μπι ήταν τριών, και παρότι ο Τζέι Μπι αρεσκόταν πάντα να πιστεύει ότι θυμόταν το πρόσωπό του –καλοσυνάτο κι ευγενικό, με ένα ψιλό μουστάκι και μάγουλα που φούσκωναν σαν δαμάσκηνα όταν χαμογελούσε– ποτέ δεν θα μάθαινε αν απλώς νόμιζε ότι το θυμόταν, επειδή μεγάλωσε κοιτάζοντας τη φωτογραφία του πατέρα του στο κομοδίνο της μητέρας του, ή αν το θυμόταν στ’ αλήθεια. Και πάλι, αυτή ήταν η μοναδική του θλίψη ως παιδιού, και ακόμα κι αυτή ήταν μια θλίψη πιο πολύ καταναγκαστική: Ήταν ορφανός από πατέρα, και ήξερε ότι τα ορφανά από πατέρα παιδιά θρηνούν την απουσία στη ζωή τους. Ο ίδιος, ωστόσο, ποτέ δεν είχε βιώ­

HANYA YANAGIHARA 24 σει εκείνη τη λαχτάρα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του, Αμερικανοαϊτινή δεύτερης γενιάς, πήρε το διδακτορικό της στα παιδαγωγικά, ενώ δίδασκε στο δημόσιο σχολείο κοντά στο σπίτι τους, το ίδιο σχολείο που δεν θεωρούσε αρκετά καλό για τον Τζέι Μπι. Όταν γράφτηκε πια στο λύκειο, ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο κοντά μια ώρα με τη συγκοινωνία από το σπίτι τους στο Μπρούκλιν, στο οποίο φοιτούσε με υποτροφία, εκείνη ήταν διευθύντρια ενός άλλου σχολείου, ενός πολυφυλετικού στο Μανχάταν, και έκτακτη καθηγήτρια στο Κολέγιο του Μπρούκλιν. Είχε γραφτεί ένα άρθρο στους Νιου Γιορκ Τάιμς για τις πρωτοποριακές μεθόδους διδασκαλίας της, και παρότι στους φίλους του παρίστανε το αντίθετο, την καμάρωνε. Ήταν πάντα πολυάσχολη όσο αυτός μεγάλωνε, μα ποτέ δεν είχε νιώσει παραμελημένος, ποτέ δεν είχε νιώσει ότι η μητέρα του αγαπούσε τους μαθητές της περισσότερο από ό,τι αγαπούσε αυτόν. Στο σπίτι είχε τη γιαγιά του, που του μαγείρευε ό,τι ήθελε, και του τραγουδούσε στα γαλλικά, και του έλεγε κυριολεκτικά κάθε μέρα τι θησαυρός ήταν, τι ιδιοφυΐα, και πως ήταν ο άντρας της ζωής της. Και είχε και τις θείες του, την αδελφή της μητέρας του, αστυνόμο στο Μανχάταν, και τη φιλενάδα της, φαρμακοποιό και Αμερικανίδα δεύτερης γενιάς κι εκείνη (αν και από το Πόρτο Ρίκο, όχι την Αϊτή), που δεν είχαν παιδιά και έτσι του φέρονταν σαν να ήταν παιδί τους. Η αδελφή της μητέρας του ήταν αθλητικός τύπος και του έμαθε πώς να πιάνει και να πετάει μπαλιές (κάτι για το οποίο, ακόμα και τότε, ελάχιστα ενδιαφερόταν, μα αποδείχθηκε χρήσιμη κοινωνική δεξιότητα αργότερα) και η φιλενάδα της ενδιαφερόταν για την τέχνη· μια από τις πρωιμότερες αναμνήσεις του ήταν μια εκδρομή μαζί της στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, όπου πεντακάθαρα θυμόταν να κοιτάζει το Ένα: Νούμερο Τριάντα Ένα, 1950, αποσβολωμένος από το δέος, και ίσα που άκουγε τη θεία του καθώς εξηγούσε πώς είχε φτιάξει τον πίνακα ο Πόλοκ. Στο λύκειο, όπου μια δόση αναθεωρητισμού φαινόταν απαραίτητη για να ξεχωρίσει και, κυρίως, να κάνει τους πλούσιους λευκούς συμμαθητές του να αισθάνονται άβολα, θόλωσε κάπως την αλήθεια της περίπτωσής του: έγινε άλλο ένα ορφανό από πατέρα μαυράκι, με μια

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=