Μετάφραση Τερέζα Βεκιαρέλλη To δωμάτιο του Τζοβάνι Baldwin James
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ
Πρώτη έκδοση Σεπτέμβριος 2005 Πρώτη έκδοση στην παρούσα μορφή Ιούνιος 2026 Τίτλος πρωτοτύπου James Baldwin, Giovanni’s Room, Dial Press, 1956 Διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων στην παρούσα μορφή Nτόρα Τσακνάκη Σχεδιασμός εξωφύλλου Γιώτα Αλεξάνδρου © 1956, 1984 James Baldwin © 2004, 2025 Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (για την ελληνική γλώσσα) Κατόπιν συμφωνίας με το James Baldwin Estate μέσω των Ayesha Pande Literary Agency, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ και Ersilia Literary Agency, Χάγη, Ολλανδία. ISBN 978-618-03-4835-4 ΒOΗΘ. ΚΩΔ. ΜΗΧ/ΣΗΣ 84835 Κ.Ε.Π. 6641, Κ.Π. 23381 Δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση ή αναπαραγωγή ολόκληρου ή μέρους του βιβλίου με σκοπό την εκπαίδευση τεχνολογιών ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Το παρόν έργο προστατεύεται από τη διαδικασία εξόρυξης κειμένου και δεδομένων (Άρθρο 4(3) Οδηγία (ΕΕ) 2019/790). Το παρόν έργο πνευµατικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού Nόµου (N. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήµερα) και τις διεθνείς συµβάσεις περί πνευµατικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται απολύτως η άνευ γραπτής άδειας του εκδότη κατά οποιοδήποτε µέσο ή τρόπο αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκµίσθωση ή δανεισµός, µετάφραση, διασκευή, αναµετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε µορφή (ηλεκτρονική, µηχανική ή άλλη) και η εν γένει εκµετάλλευση του συνόλου ή µέρους του έργου. Eκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα, τηλ.: 211 3003500 metaixmio.gr • [email protected] Κεντρική διάθεση Ασκληπιού 18, 106 80 Αθήνα, τηλ.: 210 3647433 Bιβλιοπωλεία ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Aσκληπιού 18, 106 80 Aθήνα, τηλ.: 210 3647433 Πολυχώρος, Ιπποκράτους 118, 114 72 Αθήνα τηλ.: 211 3003580, fax: 211 3003581 Λογοτεχνία
James Baldwin ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣH: Tερέζα Βεκιαρέλλη
Για τον Λουσιέν
Eίμαι ο άνθρωπος· βασανίστηκα, ήμουν εδώ. Oυιτμαν
ΜΕΡOΣ ΠΡΩΤO
13 ΕNΑ Στέκομαι στο παράθυρο αυτού του μεγάλου σπιτιού στον νότο της Γαλλίας καθώς πέφτει η νύχτα, η νύχτα που με οδηγεί στο πιο τρομερό πρωινό της ζωής μου. Κρατάω ένα ποτό στο χέρι, δίπλα μου έχω ένα μπουκάλι. Κοιτάζω το είδωλό μου στη γυαλάδα του τζαμιού που σκοτεινιάζει σιγά σιγά. Το είδωλό μου είναι ψηλό, ίσως και να μοιάζει κάπως με βέλος, τα ξανθά μαλλιά μου γυαλίζουν. Το πρόσωπό μου μοιάζει μ’ ένα πρόσωπο που έχετε δει πολλές φορές. Oι πρόγονοί μου κατέκτησαν μια ήπειρο, προχωρώντας με κόπο πάνω σε πεδιάδες σπαρμένες θάνατο, μέχρι που έφτασαν σ’ έναν ωκεανό που είχε στραμμένη την πλάτη του στην Ευρώπη και ατένιζε ένα ακόμα σκοτεινότερο παρελθόν. Μπορεί μέχρι το πρωί να έχω μεθύσει, αλλά τα
JAMES BALDWIN 14 πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν. Όπως και να ’χει, θα πάρω το τρένο για το Παρίσι. Το τρένο θα είναι το ίδιο, οι άνθρωποι, που θα πασχίζουν για κάποια άνεση και κάτι παραπάνω, λίγη αξιοπρέπεια, καθισμένοι στα ξύλινα καθίσματα της τρίτης θέσης με την ίσια πλάτη, θα είναι οι ίδιοι και θα είμαι κι εγώ ο ίδιος. Θα ταξιδέψουμε βόρεια μέσα από το ίδιο μεταβαλλόμενο τοπίο, αφήνοντας πίσω μας τα λιόδεντρα και τη θάλασσα κι όλο το μεγαλείο του ανταριασμένου ουρανού του νότου, και θα μπούμε μέσα στην καταχνιά και τη βροχή του Παρισιού. Κάποιος θα μου προσφέρει το μισό του σάντουιτς, ένας άλλος θα μου προσφέρει μια γουλιά κρασί κι ένας τρίτος θα μου ζητήσει ένα σπίρτο. O κόσμος θα στριμώχνεται απέξω, στους διαδρόμους, θα κοιτάζει από τα παράθυρα, το τοπίο έξω θα κοιτάζει μέσα εμάς. Σε κάθε στάση, φαντάροι με τις ξεχειλωμένες καφετιές στολές τους και τα χρωματιστά καπέλα θα ανοίγουν την πόρτα του κουπέ και θα ρωτούν Πιασμένο; Θα κουνάμε όλοι καταφατικά το κεφάλι σαν συνωμότες, χαμογελώντας αχνά ο ένας στον άλλο καθώς εκείνοι θα προχωρούν στους διαδρόμους του τρένου. Δυο τρεις απ’ αυτούς θα καταλήξουν στην πόρτα του κουπέ μας, φωνάζοντας μεταξύ τους με τις βαριές, χυδαίες φωνές τους και καπνίζοντας τα απαίσια φανταρίστικα τσιγάρα τους. Απέναντί μου θα κά-
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 15 θεται ένα κορίτσι που θα αναρωτιέται γιατί δεν τη φλερτάρω, με τεντωμένα νεύρα από την παρουσία των φαντάρων. Θα είναι όλα ίδια, μόνο εγώ θα είμαι πιο γαλήνιος. Κι η εξοχή είναι γαλήνια απόψε, αυτή η εξοχή που αντανακλάται μέσα από την εικόνα μου στο τζάμι. Αυτό το σπίτι βρίσκεται στις παρυφές ενός μικρού παραθεριστικού κέντρου – που είναι ακόμη άδειο, δεν έχει ακόμη αρχίσει η σεζόν. Βρίσκεται σ’ έναν μικρό λόφο, φαίνονται από κάτω τα φώτα της πόλης και ακούγεται η βουή της θάλασσας. Το νοικιάσαμε με την Έλα, το κορίτσι μου, στο Παρίσι, από φωτογραφίες πριν από μερικούς μήνες. Είναι τώρα μία βδομάδα που έφυγε. Βρίσκεται στον ωκεανό αυτή τη στιγμή, επιστρέφοντας στην Αμερική. Τη φαντάζομαι, πολύ κομψή, σε υπερένταση και λαμπερή, μέσα στο φως που πλημμυρίζει το σαλόνι του υπερωκεάνιου, να πίνει κάπως υπερβολικά γρήγορα και να γελάει και να χαζεύει τους άντρες. Έτσι τη γνώρισα, σ’ ένα μπαρ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε, έπινε και χάζευε και γι’ αυτό μου άρεσε, σκέφτηκα πως θα ήταν καλή παρέα για διασκέδαση. Έτσι άρχισε αυτή η ιστορία, αυτό σήμαινε για μένα και τίποτα άλλο. Αμφιβάλλω και τώρα, παρ’ όλα όσα έγιναν, αν σήμαινε πραγματικά για μένα τίποτα περισσότερο. Κι ούτε και για κείνη
JAMES BALDWIN 16 νομίζω να σήμαινε πραγματικά τίποτα περισσότερο – τουλάχιστον όχι μέχρι που έκανε εκείνο το ταξιδάκι στην Ισπανία κι όταν βρέθηκε εκεί πέρα, μόνη της, άρχισε ίσως να αναρωτιέται αν αυτό που ήθελε ήταν να περάσει όλη της τη ζωή πίνοντας και χαζεύοντας τους άντρες. Εκείνη τη στιγμή όμως ήταν ήδη πολύ αργά. Ήμουν ήδη με τον Τζοβάνι. Προτού φύγει για την Ισπανία της είχα ζητήσει να με παντρευτεί. Κι εκείνη έβαλε τα γέλια, γέλασα κι εγώ, αυτό όμως έκανε με κάποιον τρόπο πιο σοβαρή την υπόθεση για μένα και επέμεινα. Κι ύστερα είπε ότι ήθελε να φύγει, να πάει κάπου και να το σκεφτεί. Κι εκείνη την τελευταία νύχτα που ήταν εδώ, την τελευταία φορά που την είδα καθώς ετοίμαζε τη βαλίτσα της, της είπα ότι κάποτε την είχα αγαπήσει και έπεισα και τον εαυτό μου. Αναρωτιέμαι όμως αν την αγάπησα. Σίγουρα είχα στο μυαλό μου τις νύχτες μας στο κρεβάτι, εκείνη την περίεργη αθωότητα και εμπιστοσύνη, που δεν θα ξαναϋπάρξουν πια και που έκαναν τις νύχτες εκείνες τόσο θεσπέσιες, τόσο ξεκομμένες από το παρελθόν, το παρόν και οτιδήποτε μελλούμενο, τόσο ξεκομμένες τελικά από τη ζωή μου, αφού δεν χρειαζόταν να αναλάβω γι’ αυτές καμία ευθύνη εξόν από την καθαρά μηχανική. Κι αυτές οι νύχτες συντελούνταν κάτω από έναν ξένο ουρανό, κανένας δεν μας έβλεπε, καμία ποινή δεν καραδοκού-
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 17 σε – κι ήταν αυτό το τελευταίο στοιχείο που σήμανε τη διάλυσή μας, γιατί τίποτα δεν είναι πιο αβάσταχτο μόλις το αποκτήσεις από την ελευθερία. Φαντάζομαι ότι γι’ αυτό τον λόγο της ζήτησα να με παντρευτεί: για να μπορέσω να ρίξω κάπου άγκυρα. Κι ίσως γι’ αυτό τον λόγο, στην Ισπανία, αποφάσισε κι εκείνη ότι ήθελε να με παντρευτεί. Oι άνθρωποι όμως, δυστυχώς, δεν μπορούν να επινοήσουν τα αραξοβόλια τους, τους εραστές και τους φίλους τους, όπως δεν μπορούν να επινοήσουν και τους γονείς τους. Η ζωή τα δίνει όλα αυτά κι η ζωή τα παίρνει, και η μεγάλη δυσκολία είναι να λες Nαι στη ζωή. Σκεφτόμουνα, τότε που είπα στην Έλα ότι την είχα αγαπήσει, εκείνες τις μέρες προτού μου συμβεί το τρομερό, το αμετάκλητο, τότε που μια σχέση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια σχέση. Τώρα, απ’ αυτή τη νύχτα και μπρος, απ’ αυτό το πρωινό που θα ξημερώσει, όσα και να ’ναι τα κρεβάτια όπου θα βρεθώ από τώρα έως το τελευταίο μου κρεβάτι, ποτέ πια δεν θα μπορέσω να ξανακάνω μια από κείνες τις αγορίστικες, τις όλο ενθουσιασμό σχέσεις – που στην πραγματικότητα, αν το σκεφτεί κανείς, είναι ένα είδος ανώτερου ή πάντως πιο επιτηδευμένου αυνανισμού. Oι άνθρωποι είναι τόσο πολύμορφοι που δεν μπορείς να τους αντιμετωπίζεις με τόση ελαφρότητα. Κι εγώ
JAMES BALDWIN 18 είμαι τόσο πολύμορφος που δεν μπορεί κανείς να μου έχει εμπιστοσύνη. Αν δεν ήμουν έτσι δεν θα βρισκόμουν απόψε μόνος μου μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Η Έλα δεν θα βρισκότανε στον ωκεανό. Κι ο Τζοβάνι δεν θα επρόκειτο να χαθεί, κάποια στιγμή ανάμεσα σ’ αυτή τη νύχτα και το αυριανό πρωί, στην γκιλοτίνα. Μετανιώνω τώρα –όποια αξία κι αν έχει αυτό– για ένα συγκεκριμένο ψέμα από τα πολλά που έχω πει, που έχω ζήσει και πιστέψει. Είναι το ψέμα που είπα στον Τζοβάνι, αλλά που δεν κατάφερα ποτέ να τον κάνω να το πιστέψει, ότι δεν είχα πλαγιάσει άλλη φορά με αγόρι. Είχα. Κι είχα αποφασίσει ότι ποτέ μου δεν θα το ξανάκανα. Υπάρχει κάτι καταπληκτικό στο θέαμα που εμφανίζω αυτή τη στιγμή στον εαυτό μου· έτρεξα τόσο μακριά, τόσο κοπιαστικά, διάβηκα ακόμα και τον ωκεανό, για να ξαναβρεθώ άλλη μια φορά μπροστά στο μπουλντόγκ της αυλής του σπιτιού μου – μόνο που στο μεταξύ, η αυλή έχει μικρύνει και το μπουλντόγκ έχει μεγαλώσει. Έχω να το σκεφτώ πολλά χρόνια εκείνο το αγόρι, τον Τζόι, αλλά απόψε τον βλέπω πολύ καθαρά. Πάνε κάμποσα χρόνια. Ήμουν ακόμη στην εφηβεία κι εκείνος ήτανε πάνω κάτω στην ηλικία μου. Ήτανε μάλιστα και πολύ συμπαθητικό
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 19 αγόρι, πολύ ξύπνιο και μελαχρινό και πάντα γελαστό. Για ένα διάστημα ήταν ο καλύτερος φίλος μου. Αργότερα, η ιδέα ότι ένας τέτοιος άνθρωπος μπορούσε να έχει υπάρξει ο καλύτερος φίλος μου αποτελούσε την απόδειξη ότι είχα μέσα μου μια αποτρόπαιη μόλυνση. Κι έτσι τον ξέχασα. Απόψε όμως τον φέρνω στον νου μου πολύ καθαρά. Ήτανε καλοκαίρι, δεν είχαμε σχολείο. Oι γονείς του είχαν πάει κάπου για το Σαββατοκύριακο κι εγώ το περνούσα σπίτι του, που βρισκότανε κοντά στο Κόνι Άιλαντ, στο Μπρούκλιν. Μέναμε κι εμείς στο Μπρούκλιν εκείνο τον καιρό, αλλά σε καλύτερη γειτονιά από τη γειτονιά του Τζόι. Nομίζω ότι τεμπελιάζαμε στην παραλία, κολυμπώντας κάπου κάπου και χαζεύοντας τα κορίτσια που περνούσαν μισόγυμνα, σφυρίζοντάς τους και γελώντας. Είμαι σίγουρος ότι αν ένα από τα κορίτσια που τους σφυρίζαμε εκείνη την ημέρα είχε δώσει κάποιο σημάδι ανταπόκρισης, όλο το νερό του ωκεανού δεν θα έφτανε για να πνίξουμε την ντροπή μας και τον τρόμο μας. Τα κορίτσια όμως σίγουρα κάτι ψυλλιάζονταν, πιθανόν από τον τρόπο που σφυρίζαμε, και μας αγνοούσαν. Καθώς ο ήλιος άρχισε να γέρνει, πήραμε τον παραλιακό δρόμο για το σπίτι του, φορώντας τα βρεγμένα μας μαγιό κάτω από το παντελόνι. Και νομίζω ότι η ιστορία άρχισε στο ντους. Ξέ-
JAMES BALDWIN 20 ρω ότι ένιωσα κάτι –καθώς χοροπηδούσαμε άγαρμπα μέσα στον μικρό, γεμάτο ατμούς χώρο, μαστιγώνοντας ο ένας τον άλλο με τις βρεγμένες πετσέτες– κάτι που δεν είχα νιώσει άλλη φορά και που μυστηριωδώς, αν και χωρίς συγκεκριμένο στόχο, συμπεριλάμβανε κι εκείνον. Θυμάμαι να νιώθω μια βαριά απροθυμία να ντυθώ: το απόδωσα στη ζέστη. Nτυθήκαμε όμως, που λέει ο λόγος δηλαδή, και φάγαμε κρύα πράγματα από το ψυγείο του και ήπιαμε μπόλικη μπίρα. Πρέπει να πήγαμε στον κινηματογράφο. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν άλλο λόγο για το πώς βρεθήκαμε έξω και θυμάμαι να περπατάμε μέσα στους σκοτεινούς, τροπικούς δρόμους του Μπρούκλιν με τη ζέστη να αναδύεται από τα πεζοδρόμια και να εκτοξεύεται από τους τοίχους των σπιτιών με τόση δύναμη που θα μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο, με όλους τους ενήλικες του κόσμου, όπως φαινότανε, να κάθονται φωνακλάδες κι ατημέλητοι στις βεράντες κι όλα τα παιδιά του κόσμου στα πεζοδρόμια ή στα ρείθρα του δρόμου ή κρεμασμένα από τις εξωτερικές σκάλες κινδύνου, με το μπράτσο μου γύρω από τους ώμους του Τζόι. Ήμουνα περήφανος νομίζω, γιατί το κεφάλι του έφτανε ακριβώς κάτω από τ’ αυτί μου. Περπατούσαμε και ο Τζόι έλεγε διάφορες σόκιν εξυπνάδες και γελούσαμε. Παράξενο που θυμάμαι, πρώτη φορά ύστερα από τόσο
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 21 καιρό, πόσο καλά ένιωθα εκείνη τη βραδιά, πόσο μου άρεσε ο Τζόι. Όταν φτάσαμε σπίτι μέσα από κείνους τους δρόμους, είχε ησυχία και ήμασταν κι εμείς σιωπηλοί. Ήμασταν πολύ σιωπηλοί μέσα στο διαμέρισμα και νυσταγμένοι γδυθήκαμε στο δωμάτιο του Τζόι και πέσαμε στο κρεβάτι. Με πήρε ο ύπνος – κάμποση ώρα νομίζω. Αλλά ξύπνησα βρίσκοντας το φως αναμμένο και τον Τζόι να εξετάζει το μαξιλάρι με μεγάλη, εξαγριωμένη προσοχή. «Τι συμβαίνει;» «Nομίζω ότι με τσίμπησε κοριός». «Τι λες, βρε βόδι. Έχεις κοριούς στο κρεβάτι σου;» «Nομίζω ότι με τσίμπησε ένας». «Σ’ έχει ξανατσιμπήσει κοριός;» «Όχι». «Ε, πέσε να κοιμηθείς. Στον ύπνο σου το είδες». Με κοίταξε με ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα τα σκούρα μάτια του. Ήταν σάμπως να είχε μόλις ανακαλύψει ότι ήμουνα ειδικός στους κοριούς. Γέλασα και άρπαξα το κεφάλι του όπως ένας Θεός ξέρει πόσες φορές είχα ξανακάνει, όταν έπαιζα μαζί του ή όταν με ενοχλούσε. Αυτή τη φορά όμως, μόλις τον άγγιξα κάτι συνέβη σ’ εκείνον και σ’ εμένα που έκανε αυτό το άγγιγμα διαφορετικό από κάθε άλλο άγγιγμα που ξέραμε και ο ένας και
JAMES BALDWIN 22 ο άλλος. Και δεν αντιστάθηκε, όπως έκανε συνήθως, αλλά έμεινε εκεί που τον είχα τραβήξει, πάνω στο στήθος μου. Και συνειδητοποίησα ότι η καρδιά μου χτυπούσε τρομακτικά κι ότι ο Τζόι έτρεμε επάνω μου και το φως στο δωμάτιο ήταν πολύ δυνατό και ζεστό. Πήγα να κινηθώ και να κάνω καμιά πλακίτσα, αλλά κάτι μουρμούρισε ο Τζόι κι έσκυψα το κεφάλι για ν’ ακούσω. O Τζόι σήκωσε το κεφάλι του καθώς εγώ χαμήλωνα το δικό μου και φιληθήκαμε, ας πούμε, κατά λάθος. Και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωσα πραγματικά το σώμα κάποιου άλλου, τη μυρωδιά κάποιου άλλου. Κρατιόμασταν αγκαλιασμένοι. Ήταν σαν να κρατούσα στο χέρι μου ένα σπάνιο, εξουθενωμένο, σχεδόν καταδικασμένο πτηνό που έτυχε σαν από θαύμα να βρω. Ήμουνα κατατρομαγμένος, είμαι σίγουρος ότι ήταν κι εκείνος τρομαγμένος, και κλείσαμε τα μάτια. Για να το θυμάμαι τόσο καθαρά, τόσο επώδυνα απόψε, σημαίνει ότι δεν το είχα ποτέ ούτε για μια στιγμή πραγματικά ξεχάσει. Nιώθω και τώρα μέσα μου μια αμυδρή, τρομερή αναστάτωση από αυτό που με κατακυρίεψε τότε, μεγάλη διψασμένη κάψα και τρέμουλο και τρυφερότητα τόσο οδυνηρή που νόμιζα πως θα σπάσει η καρδιά μου. Αλλά μέσα απ’ αυτό τον συντριπτικό, τον αφόρητο πόνο ξεπήδησε χαρά, δώσαμε χαρά ο ένας στον άλλο εκείνη τη νύχτα.
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 23 Μου φάνηκε τότε ότι ολάκερη η ζωή δεν θα μου έφτανε για να κάνω με τον Τζόι την πράξη του έρωτα. Αυτή όμως η ολάκερη ζωή ήταν σύντομη, ήταν οριοθετημένη από κείνη τη νύχτα – το πρωί τέλειωσε. Ξύπνησα ενώ ο Τζόι κοιμόταν ακόμη, κουβαριασμένος σαν μωρό στο πλευρό του, προς το μέρος μου. Έμοιαζε με μωρό, το στόμα του μισάνοιχτο, τα μάγουλά του ροδοκόκκινα, τα κατσαρά μαλλιά του σκούραιναν το μαξιλάρι και μισόκρυβαν το μουσκεμένο στρογγυλό μέτωπό του, και τα μακριά ματόκλαδά του λαμπύριζαν αχνά στον καλοκαιρινό ήλιο. Ήμασταν κι οι δυο μας γυμνοί και το σεντόνι που είχαμε χρησιμοποιήσει για σκέπασμα ήταν μπερδεμένο στα πόδια μας. Το κορμί του Τζόι ήταν καφετί, ήταν ιδρωμένο, το ωραιότερο πλάσμα που είχαν αντικρίσει μέχρι τότε τα μάτια μου. Ήμουν έτοιμος να τον αγγίξω για να τον ξυπνήσω, αλλά κάτι με σταμάτησε. Ξαφνικά φοβήθηκα. Ίσως γιατί έμοιαζε τόσο αθώος έτσι ξαπλωμένος εκεί, με τόσο απόλυτη εμπιστοσύνη. Ίσως πάλι γιατί ήτανε τόσο μικρότερος από μένα, το δικό μου κορμί φάνταζε ξαφνικά τεράστιο και συντριπτικό κι η επιθυμία που φούντωνε μέσα μου έμοιασε τερατώδης. Αλλά, πάνω απ’ όλα, ξαφνικά φοβήθηκα. Ξεπήδησε μέσα μου το προφανές: Μα ο Τζόι είναι αγόρι. Είδα ξαφνικά τη δύναμη στους
JAMES BALDWIN 24 μηρούς του, στα μπράτσα του και μέσα στις χαλαρά διπλωμένες γροθιές του. Η δύναμη και η υπόσχεση και το μυστήριο εκείνου του κορμιού μ’ έκαναν ξαφνικά να φοβηθώ. Εκείνο το κορμί φάνταζε ξαφνικά σαν το σκοτεινό άνοιγμα μιας σπηλιάς μέσα στην οποία θα βασανιζόμουνα μέχρι να έρθει η τρέλα, μέσα στην οποία θα έχανα τον ανδρισμό μου. Κι αυτό ακριβώς: ήθελα να το γνωρίσω εκείνο το μυστήριο και να τη νιώσω εκείνη τη δύναμη και να δω εκείνη την υπόσχεση να εκπληρώνεται μέσα μου. O ιδρώτας στην πλάτη μου πάγωσε. Ένιωσα ντροπή. Αυτό το ίδιο το κρεβάτι, μέσα στη γλυκιά του ακαταστασία, μαρτυρούσε την αισχρή πράξη. Αναρωτήθηκα τι θα έλεγε η μητέρα του Τζόι όταν θα έβλεπε τα σεντόνια. Κι ύστερα σκέφτηκα τον πατέρα μου, που δεν είχε άλλον στον κόσμο από μένα, γιατί η μητέρα μου είχε πεθάνει όταν ήμουνα μικρός. Μια σπηλιά άνοιξε μέσα στο μυαλό μου, μαύρη, γεμάτη ψιθύρους, υπονοούμενα, μισοακουσμένες, μισοξεχασμένες, μισοκατανοημένες ιστορίες, γεμάτη βρομόλογα. Nόμισα πως είδα το μέλλον μου μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά. Φοβήθηκα. Θα μπορούσα να είχα κλάψει, να είχα κλάψει από ντροπή και τρόμο, να είχα κλάψει γιατί δεν καταλάβαινα πώς μπορούσε να μου έχει συμβεί τέτοιο πράγμα, πώς μπορούσε να έχει συμβεί μέσα μου τέτοιο πράγμα. Και
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 25 πήρα την απόφασή μου. Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι, έκανα ένα ντους, ντύθηκα κι είχα το πρωινό έτοιμο όταν ξύπνησε ο Τζόι. Δεν του την είπα την απόφασή μου, αυτό θα λύγιζε τη θέλησή μου. Δεν κάθισα να πάρω πρωινό μαζί του, ήπια μόνο λίγο καφέ και βρήκα μια δικαιολογία για να γυρίσω σπίτι μου. Το ’ξερα ότι δεν την πίστεψε τη δικαιολογία ο Τζόι, αλλά δεν ήξερε πώς να διαμαρτυρηθεί ή να επιμείνει, δεν ήξερε ότι το μόνο που χρειαζότανε να κάνει ήταν ακριβώς αυτό. Κι ύστερα εγώ, που μέχρι τότε τον έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα εκείνο το καλοκαίρι, δεν ξαναπήγα να τον δω. Oύτε κι εκείνος ήρθε να με δει. Θα ένιωθα πάρα πολύ ευτυχισμένος αν ερχότανε, αλλά ο τρόπος που είχα σηκωθεί κι είχα φύγει είχε θέσει έναν περιορισμό, που κανένας από τους δυο μας δεν ήξερε πώς να τον καταργήσει. Όταν τελικά τον ξανάδα περίπου κατά τύχη προς τα τέλη του καλοκαιριού, σκαρφίστηκα μια μακριά και πέρα για πέρα ψεύτικη ιστορία για ένα κορίτσι που έβγαινα μαζί του, κι όταν ξανάρχισε το σχολείο πήγα και κόλλησα σε μια πιο μάγκικη παρέα μεγαλύτερων αγοριών και φερόμουνα πολύ άσχημα στον Τζόι. Κι όσο περισσότερο στενοχωριόταν εκείνος τόσο χειρότερα του φερόμουνα εγώ. Έφυγε τελικά, έφυγε από τη γειτονιά, έφυγε κι απ’ το σχολείο μας και δεν τον ξανάδα άλλη φορά.
JAMES BALDWIN 26 Άρχισα ίσως να νιώθω μοναξιά εκείνο το καλοκαίρι κι άρχισα, εκείνο το καλοκαίρι, την πορεία φυγής που με οδήγησε σ’ αυτό το παράθυρο που σκοτεινιάζει σιγά σιγά. Αλλά και πάλι… όταν αρχίζει κανείς να ψάχνει εκείνη την κρίσιμη, την καθοριστική στιγμή, τη στιγμή που άλλαξε όλες τις άλλες, βρίσκεται να προσπαθεί ν’ ανοίξει δρόμο, επίπονα πολύ, μέσα από ένα σωρό απατηλά σημάδια και πόρτες που του κλείνουν στα μούτρα. Μπορεί όντως η φυγή μου να άρχισε εκείνο το καλοκαίρι – αυτό όμως δεν με βοηθάει να εντοπίσω το σπέρμα του διλήμματος που κατέληξε, εκείνο το καλοκαίρι, σε φυγή. Βρίσκεται βέβαια κάπου εδώ μπροστά στα μάτια μου, φυλακισμένο μέσα σ’ εκείνο το είδωλο που αντικατοπτρίζεται στο παράθυρο καθώς έξω πέφτει η νύχτα. Είναι παγιδευμένο μέσα στο δωμάτιο μαζί μου, έτσι ήταν πάντα και πάντα έτσι θα είναι, και όμως μου είναι πιο ξένο κι από κείνους τους ξένους λόφους που φαίνονται απέξω. Μέναμε τότε, όπως είπα, στο Μπρούκλιν. Είχαμε μείνει και στο Σαν Φρανσίσκο, όπου γεννήθηκα και όπου είναι θαμμένη η μητέρα μου, και μείναμε για ένα διάστημα και στο Σιάτλ κι ύστερα στη Nέα Υόρκη – για μένα, Nέα Υόρκη είναι το Μανχάταν. Αργότερα λοιπόν φύγαμε από το Μπρούκλιν και ξαναπήγαμε στη Nέα Υόρκη, και
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 27 την εποχή που ήρθα στη Γαλλία, ο πατέρας μου με την καινούργια του γυναίκα είχαν προαχθεί κοινωνικά και είχαν εγκατασταθεί στο Κονέκτικατ. Φυσικά, την εποχή εκείνη ήταν πολύς καιρός που έμενα πια μόνος μου σ’ ένα διαμέρισμα στο ανατολικό Μανχάταν. Όταν λέω εμείς, για τότε που μεγάλωνα ακόμη, εννοώ τον πατέρα μου, την ανύπαντρη αδερφή του κι εμένα. Τη μητέρα μου την είχανε πάει στο νεκροταφείο όταν ήμουνα πέντε χρονών. Oύτε που τη θυμάμαι καλά καλά, όμως εμφανιζότανε στους εφιάλτες μου, με τα μάτια τυφλωμένα από τα σκουλήκια, τα μαλλιά ξερά σαν μέταλλο κι εύθραυστα σαν ξερόκλαδα, πασχίζοντας να με σφίξει πάνω στο κορμί της, εκείνο το κορμί το σαπισμένο, το τόσο αηδιαστικά μαλακό που άνοιγε καθώς εγώ πάλευα με τα νύχια να ξεφύγω και έκλαιγα, σχηματίζοντας μια ρωγμή τόσο τεράστια που μπορούσε να με καταπιεί ζωντανό. Όταν όμως έτρεχαν στο δωμάτιό μου ο πατέρας μου ή η θεία μου να δουν τι με είχε τρομάξει, εγώ δεν τολμούσα να περιγράψω αυτό το όνειρο που έμοιαζε με προδοσία προς τη μητέρα μου. Έλεγα πως είχα ονειρευτεί ένα νεκροταφείο. Εκείνοι συμπεραίνανε ότι αυτή η διαταραχή της φαντασίας μου οφειλότανε στον θάνατο της μητέρας μου κι ίσως να νόμιζαν ότι πενθούσα για κείνη. Και μπορεί πράγματι να
JAMES BALDWIN 28 πενθούσα, αν όμως αυτό είναι αλήθεια, τότε εξακολουθώ ακόμη να πενθώ. O πατέρας μου τα πήγαινε πολύ άσχημα με τη θεία μου και δίχως ποτέ μου να καταλάβω γιατί και πώς το ένιωθα αυτό, ένιωθα ότι αυτή η μακροχρόνια σύγκρουση είχε άμεση σχέση με την πεθαμένη μητέρα μου. Θυμάμαι ότι τότε που ήμουνα πολύ μικρός, στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού στο Σαν Φρανσίσκο, η φωτογραφία της μητέρας μου, που στεκόταν ολομόναχη πάνω στο τζάκι έμοιαζε να διαφεντεύει το δωμάτιο. Ήταν σαν η φωτογραφία να επιβεβαίωνε ότι το πνεύμα της κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα και επέβλεπε όλους εμάς. Θυμάμαι τις σκιές που σχηματίζονταν στις απόμακρες γωνιές εκείνου του δωματίου, όπου ποτέ δεν ένιωσα άνετα, και τον πατέρα μου να τον λούζει το χρυσαφένιο φως που έριχνε επάνω του η ψηλή λάμπα δίπλα στην πολυθρόνα του. Διάβαζε συνήθως την εφημερίδα του, κρυμμένος από μένα πίσω από την εφημερίδα, κι έτσι, μέσα στην απεγνωσμένη μου προσπάθεια να αποσπάσω την προσοχή του, τον ενοχλούσα μερικές φορές τόσο που η μονομαχία μας κατέληγε στη δακρύβρεχτη αποπομπή μου από το δωμάτιο. Άλλοτε πάλι τον θυμάμαι να κάθεται σκυμμένος, με τους αγκώνες στηριγμένους στα γόνατα, και να κοιτάζει προς το μεγάλο παράθυρο που αναχαίτιζε τη
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 29 μαύρη νύχτα. Αναρωτιόμουνα τότε τι να σκεφτότανε. Όπως τον φέρνω στη μνήμη μου, φοράει πάντα ένα γκρίζο, αμάνικο πουλόβερ κι έχει χαλαρώσει τη γραβάτα του, και τα αχνόξανθα μαλλιά του πέφτουν πάνω σ’ ένα τετράγωνο, ροδοκόκκινο πρόσωπο. Ήταν από κείνους τους ανθρώπους που ενώ γελάνε εύκολα, αργούν να θυμώσουν. Κι έτσι ο θυμός τους, όταν ξεσπάει, είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός, μοιάζοντας να ξεπηδάει από κάποια ανύποπτη χαραμάδα, σαν φωτιά που θα ρημάξει ολάκερο το σπίτι. Κι η αδερφή του η Έλεν, λίγο πιο μεγάλη από κείνον, λίγο πιο μελαχρινή, πάντα παραστολισμένη, παραβαμμένη, μ’ ένα πρόσωπο και μια σιλουέτα που αρχίζουν να στεγνώνουν, και παραφορτωμένη χρυσαφικά που σείονται και βροντάνε στο φως, κάθεται στον καναπέ και διαβάζει. Διάβαζε πολύ, όλα τα καινούργια βιβλία, και πήγαινε πολύ στον κινηματογράφο. Ή έπλεκε. Έχω την εντύπωση πως κουβαλούσε πάντοτε μια μεγάλη τσάντα γεμάτη επίφοβες βελόνες του πλεξίματος ή ένα βιβλίο ή και τα δύο. Και δεν ξέρω τι έπλεκε, αν και φαντάζομαι ότι πρέπει τουλάχιστον κάποιες φορές να είχε πλέξει κάτι για τον πατέρα μου ή για μένα. Αλλά δεν το θυμάμαι, όπως δεν θυμάμαι ούτε τα βιβλία που διάβαζε. Mπορεί κάλλιστα να ήταν πάντα το ίδιο βιβλίο και μπορεί κάλλιστα να
JAMES BALDWIN 30 έπλεκε το ίδιο κασκόλ ή πουλόβερ ή ένας Θεός ξέρει τι, όλα αυτά τα χρόνια που την ήξερα. Κάπου κάπου παίζανε με τον πατέρα μου χαρτιά – σπάνιο αυτό. Κάπου κάπου κουβεντιάζανε σε τόνους φιλικούς, πειραχτικούς, αλλά αυτό ήταν επικίνδυνο. Τα πειράγματά τους κατέληγαν σχεδόν πάντα σε καβγά. Κάπου κάπου είχανε συντροφιά και μ’ άφηναν συχνά να κάθομαι να τους βλέπω να πίνουν τα κοκτέιλ τους. Τις φορές αυτές ο πατέρας μου ήταν στα καλύτερά του, νεανικός και εκδηλωτικός, κυκλοφορούσε μέσα στο κοσμοπλημμυρισμένο δωμάτιο μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια των καλεσμένων, γελώντας πολύ, συμπεριφερόταν σ’ όλους τους άντρες σαν να ήταν αδέρφια του και φλέρταρε με τις γυναίκες. Ή μάλλον όχι, δεν φλέρταρε μαζί τους, αλλά καμάρωνε σαν κόκορας μπροστά τους. Η Έλεν έμοιαζε πάντα να τον παρακολουθεί σαν να φοβόταν ότι θα έκανε κάτι τρομερό και απαίσιο, παρακολουθούσε εκείνον και παρακολουθούσε τις γυναίκες και, ναι, φλέρταρε με τους άντρες μ’ έναν τρόπο παράξενο, που σμπαράλιαζε τα νεύρα. Έκανε την εμφάνισή της, ντυμένη, όπως λένε, προκλητικά, με το στόμα πιο κόκκινο κι από το αίμα, φορώντας ένα ρούχο είτε σε λάθος χρώμα είτε πάρα πολύ στενό είτε πάρα πολύ νεανικό, ενώ το ποτήρι με το κοκτέιλ στο χέρι της απειλούσε ανά πάσα στιγμή να γίνει
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 31 συντρίμμια, θρύψαλα, κι εκείνη η φωνή έκοβε, έκοβε σαν λεπίδι πάνω σε γυαλί. Όταν ήμουνα μικρός και την παρακολουθούσα σε συντροφιά, με τρόμαζε. Ό,τι όμως και να συνέβαινε σ’ εκείνο το δωμάτιο η μητέρα μου το παρακολουθούσε. Κοίταζε μέσα από την κορνίζα της φωτογραφίας, μια χλωμή, ξανθιά γυναίκα, ντελικάτη, με σκούρα μάτια και αυστηρά φρύδια, μ’ ένα νευρικό, απαλό χαμόγελο στο στόμα. Κάτι όμως στον τρόπο που ήταν τοποθετημένα τα μάτια στο πρόσωπό της και κοίταζαν κατευθείαν μπροστά, κάτι ανεπαίσθητα σαρδόνιο και πονηρό στο στόμα, φανέρωνε ότι κάπου κάτω απ’ αυτό το ανήσυχο εύθραυστο στοιχείο υπήρχε μια δύναμη τόσο πολύμορφη όσο και άκαμπτη και, σαν την οργή του πατέρα μου, επικίνδυνη, γιατί ήταν κι αυτή τόσο απόλυτα απρόσμενη. Σπάνια μιλούσε για κείνη ο πατέρας μου κι όταν το έκανε, κάλυπτε με κάποιους μυστηριώδεις τρόπους το πρόσωπό του. Μιλούσε για κείνη μόνο ως μητέρα μου και μάλιστα όπως μιλούσε για κείνη, θα μπορούσε κάλλιστα να μιλάει για τη δική του μητέρα. Η Έλεν μιλούσε συχνά για τη μητέρα μου, λέγοντας τι σπουδαία γυναίκα ήταν, αλλά με έκανε να νιώθω δυσάρεστα. Ένιωθα πως δεν είχα κανένα δικαίωμα να είμαι γιος μιας τέτοιας μητέρας. Χρόνια μετά, όταν είχα γίνει άντρας, προσπά-
JAMES BALDWIN 32 θησα να κάνω τον πατέρα μου να μιλήσει για τη μητέρα μου. Η Έλεν όμως είχε πεθάνει κι εκείνος ετοιμαζότανε να ξαναπαντρευτεί. Μίλησε για τη μητέρα μου τότε όπως μιλούσε η Έλεν για κείνη και μπορεί, πράγματι, να μίλησε για την Έλεν. Καβγάδισαν μια νύχτα όταν ήμουν κάπου δεκατριών χρονών. Καβγάδιζαν πάρα πολύ φυσικά, αλλά αυτό τον καβγά ίσως να τον θυμάμαι τόσο καθαρά γιατί έμοιαζε να έχει να κάνει μ’ εμένα. Ήμουνα στον κρεβάτι μου στον επάνω όροφο, κοιμόμουνα. Ήταν αρκετά αργά. Ξύπνησα ξαφνικά από τον ήχο των βημάτων του πατέρα μου στο πεζοδρόμιο κάτω απ’ το παράθυρό μου. Κατάλαβα από τον ήχο και τον ρυθμό ότι ήτανε λιγάκι πιωμένος και θυμάμαι πως εκείνη τη στιγμή με κατέλαβε μια κάποια απογοήτευση, μια πρωτόφαντη θλίψη. Τον είχα ξαναδεί πιωμένο ένα σωρό φορές και ποτέ μου δεν είχα αισθανθεί έτσι –αντίθετα, ο πατέρας μου γινότανε μερικές φορές πολύ γοητευτικός όταν ήτανε πιωμένος– εκείνη όμως τη νύχτα ένιωσα ξαφνικά πως υπήρχε κάτι σ’ αυτό, σε κείνον, που ήταν άξιο περιφρόνησης. Τον άκουσα να μπαίνει στο σπίτι. Κι αμέσως μετά άκουσα τη φωνή της Έλεν. «Δεν έχεις πέσει ακόμη για ύπνο;» ρώτησε ο πατέρας μου. Προσπαθούσε να είναι ευχάριστος και προσπαθούσε να αποφύγει μια ενδεχόμενη
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 33 σκηνή, αλλά δεν υπήρχε εγκαρδιότητα στη φωνή του, μόνο ένταση και αγανάκτηση. «Nομίζω» είπε η Έλεν ψυχρά «πως κάποιος θα ’πρεπε να σου μιλήσει για το τι κάνεις στον γιο σου». «Τι κάνω στον γιο μου;» Κι ήταν έτοιμος να πει κάτι ακόμα, κάτι τρομερό και απαίσιο, αλλά συγκρατήθηκε και είπε μόνο, με μια παραιτημένη, μεθυσμένη, απεγνωσμένη ηρεμία: «Τι είναι αυτά που λες, Έλεν;». «Nομίζεις δηλαδή» τον ρώτησε –ήμουνα βέβαιος πως στεκότανε στη μέση του δωματίου με τα χέρια σταυρωμένα στη μέση, στητή και ακίνητη– «πως αντιπροσωπεύεις το είδος του άντρα που θα ’πρεπε να γίνει όταν μεγαλώσει;» Και καθώς ο πατέρας μου δεν έλεγε τίποτα: «Γιατί μεγαλώνει, ξέρεις». Και μετά, όλο περιφρόνηση: «Πράγμα που σίγουρα δεν μπορώ να πω για σένα». «Πήγαινε να κοιμηθείς, Έλεν» είπε ο πατέρας μου – κι ακούστηκε πολύ κουρασμένος. Είχα την αίσθηση, εφόσον μιλούσανε για μένα, πως έπρεπε να πάω κάτω και να πω στην Έλεν πως ό,τι και να πήγαινε στραβά ανάμεσα στον πατέρα μου κι εμένα μπορούσαμε να βρούμε τη λύση μόνοι μας χωρίς τη βοήθειά της. Και ίσως –πράγμα που φαίνεται ακατανόητο– ένιωσα πως πρόσβαλλε εμένα. Γιατί σίγουρα δεν της είχα πει ποτέ λέξη για τον πατέρα μου.
JAMES BALDWIN 34 Άκουσα τα βαριά, ασταθή βήματά του καθώς διέσχιζε το δωμάτιο και πήγαινε προς τη σκάλα. «Μη νομίζεις» είπε η Έλεν «πως δεν ξέρω πού ήσουνα». «Έξω ήμουνα και τα ’πινα» είπε ο πατέρας μου «και τώρα θα ’θελα να κοιμηθώ λιγάκι. Μου επιτρέπεις;» «Ήσουνα μ’ εκείνο το κορίτσι, την Μπέατρις» έκανε η Έλεν. «Εκεί βρίσκεσαι συνέχεια κι εκεί πάνε όλα τα λεφτά σου και μαζί μ’ αυτά κι όλο σου το αντριλίκι κι η αξιοπρέπεια». Τα είχε καταφέρει να τον κάνει να θυμώσει. Εκείνος άρχισε να τραυλίζει. «Αν νομίζεις – αν νομίζεις – πως θα κάτσω – θα κάτσω – θα κάτσω εδώ – και θα τσακώνομαι μαζί σου για την προσωπική μου ζωή – την προσωπική μου ζωή! – αν νομίζεις πως θα τσακωθώ μ’ εσένα γι’ αυτό το πράγμα, ε, τι να σου πω, δεν πας καθόλου καλά». «Δεν με νοιάζει καθόλου» έκανε η Έλεν «τι κάνεις στον εαυτό σου. Δεν ανησυχώ για σένα. Μόνο που είσαι το μοναδικό πρόσωπο που έχει κάποια εξουσία πάνω στον Nτέιβιντ. Εγώ δεν έχω καμία. Κι είναι χωρίς μητέρα. Κι εμένα μ’ ακούει μοναχά όταν νομίζει πως αυτό σ’ ευχαριστεί. Μήπως νομίζεις πως είναι καλό πράγμα για τον Nτέιβιντ να σε βλέπει να γυρίζεις κάθε βράδυ σπίτι παραπατώντας μεθυσμένος; Και μην αυταπατάσαι» πρό-
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 35 σθεσε ύστερα από μια μικρή παύση, κι η φωνή της πνιγόταν από το πάθος «μην αυταπατάσαι ότι δεν ξέρει από πού έρχεσαι, μη νομίζεις πως δεν ξέρει για τις γυναίκες σου!» Έκανε λάθος. Δεν νομίζω να ήξερα γι’ αυτές – ή να τις είχα σκεφτεί ποτέ μου. Αλλά από κείνο το βράδυ τις σκεφτόμουνα συνέχεια. Μου ήταν σχεδόν αδύνατον από τότε να κοιτάξω μια γυναίκα και να μην αναρωτηθώ αν είχε ο πατέρας μου, όπως το διατύπωνε η Έλεν, «σχέση» μαζί της. «Μου φαίνεται μάλλον αδύνατον» έκανε ο πατέρας μου «να έχει ο Nτέιβιντ πιο καθαρό μυαλό απ’ το δικό σου». Η σιωπή, ύστερα, μέσα στην οποία ανέβηκε ο πατέρας μου τη σκάλα, ήτανε σίγουρα η χειρότερη που είχα γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου. Αναρωτιόμουνα τι να σκέφτονταν – και ο ένας και η άλλη. Αναρωτιόμουνα πώς να ήταν η φάτσα τους. Αναρωτιόμουνα τι θα αντίκριζα όταν θα τους έβλεπα το πρωί. «Κι άκου να σου πω» είπε ξαφνικά ο πατέρας μου στη μέση της σκάλας, με μια φωνή που με τρόμαξε «το μόνο που θέλω για τον Nτέιβιντ είναι να μεγαλώσει και να γίνει άντρας. Κι όταν λέω άντρας, Έλεν, δεν εννοώ δάσκαλος του κατηχητικού». «Ένας άντρας» απάντησε η Έλεν κοφτά «δεν είναι το ίδιο πράγμα μ’ έναν ταύρο. Καληνύχτα».
www.metaixmio.grRkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=