Ζούσαμε πάντα σε ένα κάστρο

Z O Y Σ Α Μ Ε Π Α Ν Τ Α Σ E Ε Ν Α Κ Α Σ Τ Ρ Ο 13 ο θείος Τζούλιαν δεν μπορούσε. Έτσι, κατέβαινα εγώ στο χωριό δυο φορές την εβδομάδα, μήτε από εγωισμό μήτε από πείσμα, αλλά από την απλή ανά- γκη για βιβλία και φαγητό. Ίσως, όμως, από εγωισμό να σταματούσα στο μαγαζί της Στέλλας για ένα φλι- τζάνι καφέ προτού πάρω τον δρόμο της επιστροφής· σκεφτόμουν πως ήταν ζήτημα εγωισμού, γι’ αυτό και δεν απέφευγα να μπω στο μαγαζί της, όσο κι αν ήθελα να γυρίσω σπίτι. Κι επιπλέον ήξερα πως, αν δεν έμπαινα μέσα, η Στέλλα θα με έβλεπε να περνάω και ίσως να νόμιζε ότι φοβόμουν, κι αυτή τη σκέψη δεν μπορούσα να την αντέξω. «Καλημέρα, Μέρι Κάθριν» έλεγε πάντα η Στέλλα και έσκυβε να σκουπίσει τον πάγκο με ένα νωπό πανί. «Πώς είσαι σήμερα;» «Πολύ καλά, ευχαριστώ». «Και η Κόνστανς Μπλάκγουντ, είναι καλά;» «Πολύ καλά, ευχαριστώ». «Κι εκείνος, πώς είναι;» «Το κατά δύναμιν. Έναν σκέτο καφέ, παρακαλώ». Αν ερχόταν κανείς άλλος και καθόταν στον πάγκο, άφηνα τον καφέ μου χωρίς να φανώ βιαστική και έφευγα, χαιρετώντας τη Στέλλα με ένα νεύμα. «Να είσαι καλά» έλεγε πάντα μηχανικά καθώς έβγαινα έξω. Διάλεγα με προσοχή τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη. Φυσικά, είχαμε βιβλία και στο σπίτι μας· δύο τοίχοι

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=