Ζαφειρένια μάτια: Από τον Πόντο στη Θεσσαλονίκη

18 ΣΟΦΙΑ ΗΛΙΑΔΟΥ Ή: Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο Αλέξιος Γ ' χρειάστηκε να καταφύγει στους Βενετούς και να υπογράψει τα τρία χρυ­ σόβουλα ; Είχα συναντήσει τη Λάουρα στο Αρχείο του Ινστιτούτου, ένα πρωινό. Ήταν πολύ μεγαλύτερή μου και αυτή ακριβώς η κομψή σοφία ήταν εκείνο που κυρίως με προσείλκυσε σε αυτήν. Σπούδαζε μαζί μου ως εξωτερική ερευνήτρια στο ίδιο Ινστι­ τούτο. Μιλούσε το ίδιο καλά ιταλικά, ελληνικά και τουρκικά. Ήταν μελαχρινή, με βαθύ ζαφειρένιο βλέμμα, πυκνές βλεφα­ ρίδες που σκίαζαν τα μάτια της και μετέτρεπαν το πρόσωπό της σε ένα μυστηριώδες σύμπαν, γεμάτο γωνίες και φωτο­ σκιάσεις. Φορούσε κεραμιδί στενό φόρεμα με ασορτί γοβάκια και είχε δέσει στο κεφάλι ένα ομοιόχρωμο μαντίλι. Είχα την αίσθηση πως σε έναν μακρινό χώρο, κάποτε, εμείς ή ένα κομ­ μάτι μας είχαν συναντηθεί. Ήμουν ανίκανος να τιθασεύσω αυτήν ακριβώς την αίσθηση οικειότητας που ένιωθα, να την εκλογικεύσω και να την αποδεχτώ. Από την άλλη, η μορφή της είχε ξυπνήσει μέσα μου όλα τα στερεότυπα που κουβαλούσα χρόνια τώρα ως γόνος προσφυ­ γικής οικογένειας: ζωντάνευε η φωνή της γιαγιάς Καλλιρρό­ ης που με μάλωνε γιατί δεν διάλεξα ένα κορίτσι από τον τόπο μου, ένα κορίτσι της ηλικίας μου. Και έπειτα έπαιρνε σάρκα και οστά στη συνείδησή μου ο παππούς Ευγένιος· με το λευκό γενάκι, το γλαυκό βλέμμα πίσω από τον χρυσό σκε­ λετό. Μου έριξε ένα βλέμμα σαν να είχα μόλις πάρει κακούς βαθμούς. Και ήταν υπέρμετρα αρνητικός για τη σχέση της ζωής μου. Την πρώτη μας νύχτα η Λάουρα με κοίταξε με έναν τρό­ πο μάλλον οικείο, για μια πλευρά του εαυτού μου, και έγει

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=