Ζαφειρένια μάτια: Από τον Πόντο στη Θεσσαλονίκη
28 ΣΟΦΙΑ ΗΛΙΑΔΟΥ Πίσω από τις λέξεις ελλόχευε πάντα για μας η υποψία πως ο πατέρας μας γέμιζε το κενό που του άφηνε η πο λυπραγμοσύνη της μητέρας, με πυκνές επισκέψεις στα στέκια του λιμανιού της Τραπεζούντας, κάνοντας συναλ λαγές. Χρόνια πολλά μετά έμαθα για τη σπιτωμένη Σμυρ νιά, που χάθηκε κάπου στη δίνη της καταστροφής. Ήταν για τον μπαμπά Θεοφύλακτο ένας άλλος έρωτας, επώ δυνος, βασανιστικός, παράλληλος με εκείνον για τη μη τέρα μου. Ωστόσο, η ιστορία του επιστάτη της γιαγιάς μου, που ήταν και μισακάρης –έπαιρνε δηλαδή ως μερίδιο τη μισή παραγωγή, για την οποία βέβαια μοχθούσε όλο τον χρόνο– είχε και συνέ χεια, διατυπωμένη προσεκτικά από την Καλλιρρόη, με μια σχεδόν δημοσιογραφική καθαρότητα: Τις μέρες λοιπόν της λογοδοσίας του επιστάτη μας στον αρχηγό της φαμίλιας, τον μπαμπά Θεοφύλακτο, η ιερο τελεστία των φουντουκόδεντρων προσλάμβανε αξιομνη μόνευτες διαστάσεις, έτσι όπως καταγραφόταν στη μνή μη μου: ο μυστηριώδης Μεχμέτ εμφανιζόταν χωρίς φέσι, χτενισμένος με χωρίστρα. Ο πατέρας φορούσε ευρωπαϊκό κουστούμι, με ψηλόλαιμο πουκάμισο και μαύρες γκέτες. Η μαμά ήταν τριγυρισμένη με νταντέλες, κρινολίνα και ένα τοσοδά παρασόλι. Πίσω από τους παραταγμένους εργαζόμενους στεκόμασταν εμείς, το παιδομάνι, το μέλ λον του κτήματος. Και μπροστά μας, επιβλητικοί, αγέ ρωχοι, έστεκαν οι δύο λόφοι από φουντούκια. Τα είχαν μαζέψει τις προηγούμενες μέρες οι εργάτριες και τα είχε
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=