Ζαφειρένια μάτια: Από τον Πόντο στη Θεσσαλονίκη

26 ΣΟΦΙΑ ΗΛΙΑΔΟΥ Η ζωή όμως δεν έπαψε να με εκπλήττει και να μου αποδεικνύει πως όλα μπορούσαν να ανατραπούν, πως η άχαρη αδερφή μου είχε κι αυτή να δώσει ερωτικά και συναισθηματικά πολλά. Γι’ αυτό θα συνεχίσω την ιστορία της σαν ένα μικρό μνημόσυνο σ ’ έναν άνθρωπο που τον υποτίμησαν. Στο κτήμα μας είχαμε έναν τούρκο επιστάτη, που τον έλεγαν Μεχμέτ. Ήταν ψηλός, επιβλητικός, με κατακόκ­ κινο φέσι, κίτρινα από τον ανόθευτο καπνό χέρια, γεμά­ τα ρόζους, και αργό, σχεδόν συρτό, βλέμμα. Γύρω από τον σέμπρο μας κινούνταν ένα βουβό πλήθος εργατών και εργατριών, επιφορτισμένων με το μάζεμα του χρυσού καρπού του φουντουκιού. Όλοι αυτοί έσπερναν παράλ­ ληλα και λίγο σιτάρι, διμήνι ή τριμήνι, κριθάρι δίστιχο – της μπίρας – και σε πολύ μικρή κλίμακα λινάρι καταβάτ, του οποίου τον καρπό χρησιμοποιούσαν σαν σουσάμι. Ακόμα στα ψηλώματα, δηλαδή στις αδρές λοφοπλαγιές, καλλι­ εργούσαν ένα είδος σίκαλης, που την ονόμαζαν γιλαμά και που δεν ήθελε και πολύ κόπο να αποδώσει. Μετά την καινούργια βλάστηση, άρχιζε το ξεστάχυασμα. Όταν η σοδειά δεν προσβαλλόταν από παγωνιές και πετύχαινε ο αλωνισμός, η απόδοση έφτανε σε ψηλά επίπεδα και το κέρδος ήταν σημαντικό. Ο επιστάτης του μπαμπά Θεο­ φύλακτου ήταν μαζί με τη μαμά οι εποπτεύουσες αρχές του χώρου, κάτι σαν εργοστασιάρχες και αρχιπαραγωγοί. Για αυτόν τον επιστάτη, ο ατσαλάκωτος πατέρας της για­ γιάς, ο Θεοφύλακτος, ένιωθε βαθιά ευγνωμοσύνη, ενώ για την Παρυσάτιδα, που διηύθυνε με εκπληκτική αφοσίωση τα κτή

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=