Ζαφειρένια μάτια: Από τον Πόντο στη Θεσσαλονίκη

ΖΑΦΕΙΡΕΝΙΑ ΜΑΤΙΑ 23 σχεδόν την Κύρου Ανάβαση του Ξενοφώντα και έπλεκε μικρά αριστουργήματα με το τσιγκελάκι σκαρφαλωμένο μόνιμα στο μικρό της δάχτυλο. Κάθε φορά που ακου­ μπούσα το μικρό δάχτυλο της μαμάς μου, άγγιζα τη μικρή σκαμμένη λακκούβα, σημάδι από την κλωστή που αλλοίω­ νε τακτικά το δέρμα της. Είχε στο δικό της παρχάρι ένα σπίτι στο οποίο η φα­ μίλια των Λεοντίδηδων μεταφερόταν το καλοκαίρι για να μαζέψει τη σοδειά, να επιτηρήσει τους βοσκούς που είχε στη δούλεψή της, να δροσιστεί και να παραθερίσει. Εκεί­ νη η εξοχική κατοικία, χτισμένη στη μέση μιας ατέλειωτης πεδιάδας, ήταν μακρόστενη, είχε άνετα δωμάτια και πε­ ριβαλλόταν από ολάνθιστα λιβάδια. Σε αυτόν τον χώρο η βασιλεία της ήταν απόλυτη: έλεγχε τους υπηρέτες, τα­ ξίδευε αυτοκρατορικά με την καρότσα της και έσπερνε παιδιά σχεδόν κάθε χρόνο, τα οποία άλλοτε επιβίωναν κι άλλοτε όχι. Από αυτά το πρώτο, ο Θεόφραστος, έσπευσε πολύ γρήγορα να χαθεί ανάμεσα στο Αικατερινοδάρ και το Μαϊκόπ. Νοίκιαζε από τους ρώσους πρίγκιπες τεράστιες εκτάσεις γης και μάζευε κάθε χρόνο τόνους καπνά, που τα μετέφερε στη συνέχεια στο Ροστόβ. Μέσα από την πώλησή τους έβγαζε τεράστια ποσά και τα ακουμπούσε στην τράπεζα των Καπαγιαννίδηδων. Η μητέρα μιλούσε συχνά πυκνά, σηκώνοντας ελαφρά την καλλιτεχνική γαλ­ λική της μυτούλα, για τον Θεόφραστο, με ένα πάθος που φανέρωνε πως το παιδί της αυτό, που είχε κληρονομήσει την υψηλή της αυτοεκτίμηση και μαζί το γκρίζο χρώμα των ματιών της, ήταν στην πραγματικότητα το αγαπημέ

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=