VOR Πέρα από τον νόμο

VOR – ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 19 Ο Λεβ σήκωσε τα φρύδια. – Θα ακούς και θα τα γράφεις στο μυαλό σου. Και ύστε- ρα θα μου τα δώσεις να τα δω. Ο Λεβ ξάπλωσε πιο βαθιά στη θέση του και άπλωσε τα πόδια. Δεν πρόταξε την επαγγελματική του τιμή, τη δημο- σιογραφική δεοντολογία, μόνο κάθισε στη γωνιά του και περίμενε. Πέρασαν έτσι μερικά λεπτά. – Να πιούμε καμιά βότκα; Θα μας πάρει ώρες, πρότεινε τελικά. – Το ήξερα πως θα συνεννοηθούμε, χαμογέλασε ο επι- χειρηματίας. Έβγαλε δυο μεγάλα ποτήρια και σέρβιρε χωρίς πάγο. Ήταν εννιά το πρωί. Ο Πατερούλης άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και έβγαλε μια φωτογραφία, ασπρόμαυρη, με τσακισμένη τη δεξιά της άκρη. Μια ξανθιά γυναίκα με μαύρο τσεμπέρι κρατούσε στην αγκαλιά της ένα κουτσοδόντικο αγόρι. Η φτώχεια τους έβγαζε μάτι, τη διέκρινες στα μπαλωμένα ρούχα, ακόμα και στον τρόπο που γελούσαν. Σαν να ήταν κλεμμένη η χαρά και καταλάβαιναν πως δεν θα κρατήσει. Όμως δεν πρόσεχες αυτό στην αρχή. Το αγοράκι έγερνε το κεφάλι στον κόρφο της μάνας κι εκείνη έσκυβε στη μεριά του με λατρεία. Ήταν μια στιγμή αμόλυντης ευτυχίας, από εκείνες που σε κάνουν λίγο να ντρέπεσαι που κοιτάς. Ο Λεβ χαμογέλασε. – Η μάνα σου; ρώτησε.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=