VOR Πέρα από τον νόμο

20 ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ Ο Πατερούλης ένευσε. – Έχεις κι άλλες; ζήτησε να μάθει ο Λεβ. – Από το ίδρυμα δεν έχω καμιά, έκανε εκείνος μια κίνη- ση με το χέρι του. Ποιος νοιαζόταν τότε για φωτογραφίες; Ο Λεβ το ήξερε αυτό το ύφος, ο Πατερούλης σίγουρα σκεφτόταν πως ο άνθρωπος απέναντί του είναι αργόστρο- φος. Δεν έπρεπε να είχε ανοίξει το στόμα του. – Να βγούμε έξω; σηκώθηκε από τη θέση του ο οικοδε- σπότης. Ο Λεβ δεν ήθελε να ξεβολευτεί, είχε ωραία ζέστη εκεί μέσα, ο ήλιος χτυπούσε στα λευκά μάρμαρα, στα κρύσταλ- λα των πολυελαίων, η βότκα ήταν γλυκιά και η ζωή ωραία σε αυτό το δωμάτιο που ασφάλιζε σαν κουτί. Αλλά τι να κάνει, σηκώθηκε. Με το που άνοιξε η πόρτα, οι σωματοφύλακες ακροβο- λίστηκαν. Κινούνταν σαν κουρδισμένοι, ο Πατερούλης προ- χωρούσε βιαστικά, ο Λεβ δυσκολευόταν να τον φτάσει. Η εξώπορτα άνοιξε και βρέθηκαν στον κήπο. Ο Λεβ δεν ήξερε από δέντρα ούτε από φυτά, ποτέ του δεν κατάλαβε τους ανθρώπους που επέλεξαν να ζουν στα προάστια, μέσα στη φύση. Στο σπίτι του είχε μόνο έναν φί- κο, δώρο της πρώην του. Ξεχνούσε συνεχώς να τον ποτί- σει. Όταν το θυμόταν, δεν ήξερε αν έπρεπε να ρίξει πολύ ή λίγο νερό∙ στο τέλος το φυτό ξεράθηκε και έμεινε να σκο- νίζεται πλάι στο παράθυρο. Ο Πατερούλης άνοιξε διάπλατα τα χέρια του και σήκω-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=