Βάρδια στον Μόμπι Ντικ

«το αίμα ενάντια στη φωτιά» 17 Έτσι θα πορευτεί ως το τελευταίο ταξίδι ο «ψαρομάλλης καπετάνιος που δε φοβόταν θεό», επικεφαλής ενός πληρώματος που το απαρτίζουν κανίβαλοι, κατακάθια της κοινωνίας και αρνησίθρησκοι μιγάδες. Μπορεί ο ίδιος να είναι εξασθενημένος ηθικά απέναντι στη σύνεση των αξιωματικών του (Στάρμπακ, Σταμπ, Φλασκ), όμως έχει καταφέρει να μαγέψει τις ψυχές των αντρών του πληρώματος, σε σημείο που το μίσος του για την Άσπρη Φάλαινα να μοιάζει δικό τους. Πώς το έχει πετύχει και με ποια μέσα, ο Ισμαήλ δεν μπορεί να το εξηγήσει· απλώς, ομολογεί: «Εγώ, για παράδειγμα, έγινα υποχείριο του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου· στο μεταξύ όμως, παρόλη τη βιασύνη μου να αναμετρηθώ με τη φάλαινα, δεν έβλεπα να κρύβεται σε αυτό το κτήνος παρά μόνο κάτι κακό, κάτι αφάνταστα κακό». Πολύ αργότερα θα ακουστεί η μία και μόνη αλήθεια για τη φάλαινα. Είναι ο γιατρός Μπάγκερ στο πλοίο Ευφροσύνη, ο οποίος απευθύνεται σε δύο θύματα του ΜόμπιΝτικ, στον καπετάνιο του δικού του πλοίου και στον Αχαάβ – ο ένας μονόχειρ, ο άλλος μονόπους, λέγοντας «ό,τι εσείς θεωρείτε σα μοχθηρία της Άσπρης Φάλαινας δεν είναι παρά η αμηχανία της. Γιατί ποτέ δεν έχει την πρόθεση να καταπιεί ένα απλό ανθρώπινο μέλος·

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=