16 ΒΑΡΔΙΑ ΣΤΟN ΜΟΜΠΙ-ΝΤΙΚ ένα μαχαιράκι μόλις έξι ίντσες μάκρος. Τότε ήταν που ο Μόμπι-Ντικ τού θέρισε το πόδι «όπως ο θεριστής ένα φύλλο χλόης στο χωράφι». Ώσπου να καβατζάρουν μες στο καταχείμωνο το ακρωτήρι της Παταγονίας και στη συνέχεια να επιστρέψουν στο Ναντάκετ, ο Αχαάβ πέρασε μέρες, βδομάδες και μήνες ξαπλωμένος και ουρλιάζοντας από τον σωματικό πόνο, μα και από μανία: «η κομματιασμένη του σάρκα και η πληγωμένη του ψυχή άρχισαν να αιμορραγούν η μια μες στην άλλη», ώσπου «τον τρέλαναν τελικά». Ο παροξυσμός του μεγάλωνε, δίχως ωστόσο να μειωθεί η ζωτικότητά του, με αποτέλεσμα στο ταξίδι της επιστροφής οι αξιωματικοί να τον δέσουν με ζουρλομανδύα. Η παραληρηματική τρέλα του, τα χρόνια που ακολούθησαν, μεταλλάχθηκε σε άγρια μνησικακία για τη φάλαινα, γεγονός που τον έκανε να διψάει όλο και περισσότερο για εκδίκηση: «Για τον τρελό Αχαάβ, ο Μόμπι-Ντικ προσωποποιούσε ολοφάνερα καθετί που τρελαίνει και βασανίζει τον άνθρωπο στο έπακρο, καθετί που βγάζει τα πράγματα από την ησυχία τους, κάθε κακόβουλη αλήθεια, καθετί που κλονίζει το σθένος και σβωλιάζει το μυαλό, κάθε σκοτεινή δαιμονοπιστία της ζωής και του νου, κάθε κακό, κακό που μπορούσε κανείς να το πολεμήσει στην πράξη στο πρόσωπο του Μόμπι-Ντικ».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=