ΤΖΟΝ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ 33 συζήτηση με τον άλλο. Αυτό έκανε κάθε κουβέντα να ηχεί σαν εξοργιστική ηχώ. «Τι κάνει ο πατέρας σου, Ίνις;» «Τι κάνει ο πατέρας σου, Σόρλι;» Οι αδερφοί ΜακΊνις τα έβγαζαν πέρα παριστάνοντας ότι ο άλλος απλώς δεν ήταν εκεί. Οποιαδήποτε συζήτηση έπρεπε να γίνεται εις διπλούν, ειδάλλως αισθάνονταν θιγμένοι. Ο Καλ το έκανε πολύ κέφι αυτό όταν ήταν πιτσιρικάς – ιδιαίτερα όταν ο ένας αδερφός έλεγε κάτι αστείο κι ο άλλος πάλευε να πνίξει το γέλιο του. Η Έλα το αποκαλούσε «σπιτικό ανόητων και μουτρωμένων αγοριών». «Τα πρόβατα έχουν νοτίσει τόσο, που μπορεί ποτέ να μη στεγνώσουν!» Ο γερο-ΜακΊνις δεν απευθύνθηκε σε κάποιον συγκεκριμένα κι ο Τζον αναρωτήθηκε αν έτσι τα έβγαζε πέρα με τους πεισματάρηδες γιους, αν ό,τι έλεγε πλέον ήταν δήλωση. «Ο νεαρός Μακλάουντ γύρισε». Ο Ίνις ύψωσε τη φωνή του ώστε να τον ακούσει ο πατέρας του. «Ο Τζόνι τον περίμενε στο τέλος του δρόμου, αλλά το παιδί πρέπει να ’χασε το λεωφορείο. Ή να χάθηκε». Ο Τζον κατάλαβε ότι ο Σόρλι ήθελε να τον ρωτήσει για τον Καλ, αλλά δεν μπορούσε, επειδή έτσι θα αναγνώριζε ότι ο αδερφός του υπήρχε. Καθόταν σέρνοντας το νύχι του αντίχειρά του στην κόψη του τραπεζιού. «Ένας δρόμος υπάρχει μόνο. Πώς στην ευχή μπορεί να χάθηκε;» ρώτησε ο γέρος. «Δεν χάθηκε, αν και δεν ξέρω πού είναι». Ο Τζον κούνησε το κεφάλι. «Η ψυχή του είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο». «Έχει κάνα μουνάκι στο Τάρμπερτ; Καμιά τσούπρα;» «Μπαμπά!» είπε ο Ίνις. Ο Τζον σφίχτηκε. «Δεν νομίζω». Ο Σόρλι σήκωσε από κάτω ένα μεγάλο τσομπανόσκυλο. Έβαλε το μουλιασμένο ζώο στα πόδια του κι ακούμπησε πίσω στην καρέκλα της κουζίνας – οι δυο τους μαζί δεν χωρούσαν με αποτέλεσμα να περισσεύουν από την άκρη της. Το σκυλί, εργασίας καθώς ήταν, φάνηκε να νιώθει αμήχανα ενώ εκείνος το πασπάτευε και το χάιδευε. «Άκουσα ότι ο Καλ σου θα γυρνούσε σήμερα;» Ο Τζον τέλειωσε το τσάι του. Θα περνούσαν ώρες ως το επόμενο λεωφορείο. «Αυτό ακριβώς άκουσες».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=