DOUGLAS STUART 34 Ο Ίνις ξεπροβόδισε τον Τζον ως την πίσω πόρτα. Του έδωσε τη μουσαμαδιά του. Ο Τζον ήταν ευγνώμων για το ζεστό φαΐ, όμως είχαν πάψει προ πολλού να ευχαριστούν ο ένας τον άλλο για τις μικρές πράξεις καλοσύνης. Ο Ίνις έγειρε στην κάσα της πόρτας. Ομίχλη σκέπαζε τη λοφοπλαγιά. «Έλα για έναν περίπατο αργότερα. Μπορούμε να δούμε αν στον δρόμο ο καιρός καλυτερεύει». Ο Τζον κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Δεν μπορούσε να σκεφτεί το μετά. Ήθελε το αγόρι του πίσω στο σπίτι. Ήθελε να κάθεται για ώρα πολλή και να τον κοιτάζει. Ο Ίνις έβαλε το χέρι του στον πήχη του Τζον σαν να ήθελε να πει κάτι ακόμα. Ο Τζον στάθηκε και περίμενε. Εκείνος όμως απλώς ξεσκάλωσε απ’ το μανίκι του μια κιτρινοπράσινη κλωστή από το υφαντό που έφτιαχνε ο Τζον. Αυτός τράβηξε το χέρι του κι ύστερα, ανησυχώντας πως είχε φανεί αγενής, έκανε ότι έψαχνε στην τσέπη του για τα κλειδιά του αμαξιού του. «Λες να μείνει αυτή τη φορά;» Ο Ίνις σήκωσε τους ώμους. «Πρέπει να ’ναι φοβερό να βλέπεις λίγο απ’ τον κόσμο. Φαντάσου μετά απ’ αυτό να πρέπει να ησυχάσεις». Υπήρχε ένα ψίχουλο κοντά στο κατσουφιασμένο στόμα του Τζον. Ο Ίνις σήκωσε το χέρι και το σκούπισε. Ο Τζον μεμιάς τινάχτηκε πίσω, αφήνοντας το χέρι του Ίνις μετέωρο στον αέρα. Τον κοίταξε κατάματα κι είδε να περνούν διαδοχικά από τα μάτια του μια προειδοποίηση, μια παράκληση κι έπειτα, λίγο αργοπορημένα, μια συγγνώμη. «Είναι απλώς… Έχω μήνες να σε δω, ντε». «Με βλέπεις μέρα παρά μέρα». Βρίσκονταν πίσω από το σπίτι, όπου δεν φαίνονταν από τον δρόμο, όμως ο Τζον έλεγξε τριγύρω έτσι κι αλλιώς. Στράφηκε προς τους ανώμαλους λόφους και προς τις σκιές του λαμαρινένιου υπόστεγου. Κοίταξε από το παράθυρο μες στο χολ. Έπειτα κοίταξε πίσω από τον Ίνις τον πλακόστρωτο διάδρομο. Ο Ίνις χαμογέλασε κάνοντας στην άκρη, ώστε να δει καλύτερα ο Τζον. «Δεν έχω βρεθεί μόνος μαζί σου αφότου… Ούτε που θυμάμαι από πότε».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=