Τζον, γιος του Τζον

DOUGLAS STUART 30 σε ότι εκείνος ήταν καλύτερος με τα πρόβατά του απ’ ό,τι αυτός με τα δικά του. «Ήθελα να ’ξερα πού τα βρίσκεις τόσα λεφτά…» είπε νεύοντας προς τις νεαρές προβατίνες. «Βάζω λίγα στην άκρη πού και πού. Αν το άφηνα στον Σόρλι μας, τότε θα ζούσαμε όλοι κάτω από μια αναποδογυρισμένη βάρκα». Ως και η αναφορά στον αδερφό του έκανε τον Ίνις να κοιτάξει μουτρωμένος παραπάνω στον δρόμο. «Δεν έρχεσαι να περιμένεις σ’ εμάς; Θα ’σαι νηστικός, ντε. Ο πατέρας μου θα χαρεί να σε δει». Ο Τζον κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Δεν έχω κέφι για κουβέντα, Ίνις. Ιδιαίτερα για τα παράξενα μισόλογά σας». Ο Ίνις ήταν έτοιμος να ρωτήσει αν είχε ποτέ διάθεση για κουβέντα, όμως απλώς χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλά του, τις αρθρώσεις, πάνω στο καπό, ώστε να καταλάβει ο Τζον ότι δεν θα δεχόταν το όχι. «Έλα. Το παιδί θα ’ρθει μετά από ώρες. Δεν μπορείς να κάθεσαι εδώ σαν δαρμένος σκύλος». Ο Τζον ακολούθησε το βαν του Ίνις. Οδήγησαν σε φάλαγγα για δεκαπέντε λεπτά, ώσπου έφτασαν στο σπίτι των ΜακΊνις. Ήταν ξεκάθαρο απ’ έξω ήδη ότι δεν υπήρχαν καθόλου γυναίκες στο αγρόκτημα. Ήταν χτισμένο ως μια καμαρωτή κατοικία σ’ ένα καλό σημείο σε μια λοφοπλαγιά πάνω από τη δημοσιά, με κλίση τέτοια, ώστε να περιμένει την ανατολή του ήλιου πάνω από το Μιντς. Ωστόσο, κι ας ήταν το κτίσμα καλοσυντηρημένο και περήφανα προφυλαγμένο από τ’ ανεμοβρόχια, ήταν σημαδεμένο από πολλά ασύνδετα, καίτοι καλοπροαίρετα μερεμέτια. Ο σοβάς ήταν βαμμένος σ’ ένα λευκό χρώμα που σχεδόν έκανε τα μάτια να πονούν, όμως η βορινή πρόσοψη έπιανε μούχλα κι ήταν μπογιατισμένη σ’ ένα άσχημο, πρακτικό μπορντό. Υπήρχε μια ψηλή κεραία ραδιοφώνου που χαλούσε την όψη του κήπου και στο πλάι ένα πρόχειρο εργαστήρι, μια παράγκα από τούβλα μαζεμένα από δω κι από κει κι ένα υπόστεγο στεριωμένο πάνω απ’ την πόρτα. Ο τόπος ήταν διάσπαρτος από χαλασμένα αμάξια και το ίδιο το σπίτι επισκιαζόταν από έναν στάβλο από αυλακωτή λαμαρίνα για τα πρόβατα, που δέσποζε από πάνω του ψηλότερα στον λόφο. Όσο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=