Τζον, γιος του Τζον

ΤΖΟΝ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ 29 «Παίρνω όρκο ότι σ’ είδα τώρα δα να χαμογελάς» είπε ο Ίνις στα γαελικά. «Είναι αμαρτία να ψευδομαρτυρείς». Ο Ίνις, που χαμογελούσε συχνά με πραότητα, γέλασε. Κοίταξαν και οι δύο τη σημαδεμένη, σαν κακαδιασμένη, λοφοπλαγιά. Γέμιζε χαλαρά τον χρόνο κι ήταν ευχάριστο να το κάνουν με μια ήσυχη συντροφιά. Ο Ίνις έβγαλε μια κάρτα από την τσέπη του. Ήταν σαν καρτ ποστάλ με επίσημη όψη κι είχε πάνω μια στάμπα μ’ ένα έντονο ΕΑ8ΑFΒ, ημερομηνία και ώρα. «Γκραν Κανάρια» είπε με καμάρι. «Τόσο μακριά;» είπε ο Τζον. «Εύγε». Ο Ίνις είχε μια κρεβατοκάμαρα γεμάτη ραδιοπομπούς. Από μικρός έστελνε σήματα στο σκοτάδι ελπίζοντας να συνδεθεί με ανθρώπους κι εκστασιαζόταν όποτε του φανέρωναν ότι είχε φτάσει κάτι ως αυτούς. Ανά μερικούς μήνες εμφάνιζε μια απ’ αυτές τις επιβεβαιωτικές κάρτες από κάποιο μακρινό μέρος: Γιβραλτάρ, Ρέικιαβικ, Τρουν. «Δεν έχω ξαναφτάσει, ντε, ως τα Κανάρια. Ουσιαστικά Αφρική». Ο Τζον δεν είχε καταλάβει ποτέ ποιο ήταν το νόημα. Τι ανάγκη είχε ο Ίνις κάποιος στην Ισπανία να αναγνωρίσει την ύπαρξή του; Ο Ίνις πρόσεξε αυτήν του την απουσία ενθουσιασμού. Σκούπισε την κάρτα απ’ τη βροχή και την ξανάβαλε στην τσέπη του. Πέρασαν πάλι λίγη ώρα κοιτώντας τη λοφοπλαγιά. «Είδα στο καράβι τον γιο και κληρονόμο». Ο Τζον κοίταξε συνοφρυωμένος τον φίλο του. Αν ο Ίνις είχε δει τον Καλ, τότε γιατί δεν ήταν μαζί του; «Ω, προσφέρθηκα να τον πάρω, όμως είπε ότι είχε πράγματα να… φροντίσει». Ο Τζον δεν γέλασε. Είχε να δει τον γιο του απ’ την Πρωτοχρονιά. Αφότου είχε φύγει για το κολέγιο, ο Καλ ερχόταν σπανίως σπίτι. Κι όταν το έκανε, έτσι και ξεσπούσε κακοκαιρία στα νησιά, έπαιρνε το γραφείο των φεριμπότ και ρωτούσε αν σχεδίαζαν να ματαιώσουν όλα τα δρομολόγια. Έτσι και συνέβαινε αυτό, επέσπευδε πάντα την αναχώρησή του – δεν περίμενε ποτέ ώσπου να κοπάσει η καταιγίδα. Ο Τζον ένευσε προς τα πρόβατα στο τρέιλερ, που τα λευκά τους πρόσωπα κοίταζαν παραξενεμένα πίσω από τα κάγκελα. Δεν ήθελε να πει στον Ίνις για το νεκρό κριάρι, γιατί θα ήταν σαν να ομολογού-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=