DOUGLAS STUART 26 ντελονιού του, βρήκε τα τσιγάρα του κι άναψε ένα. Το απεχθανόταν να καπνίζει στην κρεβατοκάμαρα, όμως άκουγε την Έλα να τριγυρνάει βαριά κάτω και τους παλιούς σωλήνες να βουίζουν καθώς η γυναίκα γέμιζε το κατσαρόλι κι έστρωνε το τραπέζι για το πρωινό. Απεχθανόταν τη φλυαρία της με το που θα πατούσε το πόδι του στον λινοτάπητα. Άκουσε τον αγέρα και προσπάθησε να μαντέψει τι καιρό είχε προτού ανοίξει τις κουρτίνες. Ζουλώντας το αποτσίγαρο, ντύθηκε με τα χτεσινά ρούχα. Καθώς έβαζε το πουκάμισό του, ξαφνιάστηκε βρίσκοντας το κουμπί που είχε χάσει το προηγούμενο απομεσήμερο ήδη ραμμένο ξανά στη θέση του. Κατάλαβε ότι μάλλον η Έλα θα είχε προσέξει πως έλειπε ενώ έτρωγαν βραδινό και θα το ’χε ράψει καθώς αυτός μούλιαζε στην μπανιέρα. Αντί να νιώσει ευγνωμοσύνη, εκνευρίστηκε που τον παρακολουθούσε τόσο προσεχτικά. Τα πρώτα φώτα άναψαν πέρα στο ακρωτήρι. Τα σοβατισμένα σπίτια ήταν σκορπισμένα στις βραχώδεις λοφοπλαγιές κι άρχισαν να αναβοσβήνουν σαν φάροι. Από δω ο Τζον μπορούσε να δει ποιος ήταν ξύπνιος και, καθώς άναβε τη δική του λάμπα, ήξερε ότι θα τον έβλεπαν επίσης. Δεν φαίνονταν όλα τα σπίτια, γιατί ο τόπος καμπύλωνε, όμως πρόσεξε ότι έπειτα σηκώθηκε ο Άλιστερ Ρέι και μετά, μερικά μίλια παρακεί, είδε την απαλή ρόδινη λάμψη του καμπινέ της ΜπίντιΜάρι στο πάνω πάτωμα. Όλα καλά. Μερικές στιγμές αργότερα το αγρόκτημα του Ντόνι Μακντόναλντ ζωντάνεψε κι αυτό. Ήταν το τελευταίο όπου έμεναν παιδιά και γι’ αυτό έλαμπε πιο φωτεινό μες στο σκοτάδι. Το καλύτερο κριάρι του είχε αρρωστήσει με ηπατική διστομίαση κι είχε πεθάνει μες στη νύχτα. Την προηγουμένη το κριάρι ήταν κακοδιάθετο το πρωί, όταν όμως γύρισε στο μαντρί το απομεσήμερο, είχε γίνει παράξενα ήρεμο, κι ας ήταν στα κανονικά του ένας μικρός νταής. Όταν άρχισε να αφρίζει από το στόμα, ο Τζον το είχε φροντίσει κει που ’χε σωριαστεί. Κάθισε σ’ έναν βράχο και του τραγούδησε λες κι ήταν δύσμοιρο παιδί. Όταν πήγε να το βρει το πρωί, ήταν σωριασμένο στη λοφοπλαγιά
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=