25 a dhà / δύο ΕΊΧΕ ΜΕΊΝΕΙ ΞΑΠΛΩΜΈΝΟΣ ΓΙΑ ΜΊΑ ΏΡΑ αφότου ξύπνησε και, όσο κι αν μάλωσε τον εαυτό του, δεν μπορούσε να βρει το κουράγιο να σηκωθεί. Στον Τζον Μακλάουντ άρεσε να είναι στο πόδι και να δουλεύει την ώρα που ο Θεός έστελνε την αυγή να χαράξει πίσω απ’ τα βράχια, όμως είχαν παρέλθει προ πολλού οι μέρες που πεταγόταν απ’ το κρεβάτι με μια λίστα πράγματα που έπρεπε να γίνουν και με το κορμί του να διψάει για κίνηση. Τώρα, όταν ξυπνούσε, ένιωθε ότι είχε περάσει τη νύχτα μισοκοιμισμένος, με το κορμί του αποκαμωμένο, τον νου του ανήσυχο, νευρικό, τραγουδώντας στον εαυτό του το ίδιο ρεφρέν ξανά και ξανά. Ο υπήνεμος τοίχος υποχωρούσε μαζί με τη διαβρωμένη ακτογραμμή. Η γυναίκα του είχε αστειευτεί κάποτε ότι οι ρωγμές ήταν απλώς το σπίτι που από την πολλή αγάπη τους πήγαινε να σκάσει κι αυτός γέλασε θλιμμένα καθώς το συλλογιόταν τώρα. Ήταν μια εποχή που θα είχε φτιάξει σοβά και θα ’χε μπαλώσει τις ρωγμές, όμως ως κι ο καινούργιος σοβάς είχε αρχίσει να θρυμματίζεται και τις νύχτες με αέρα ο Τζον ξυπνούσε μ’ ένα ψιλό στρώμα τσιμεντόσκονη να πασπαλίζει το πάπλωμά του. Σκέφτηκε τη ρωγμή που ανέβαινε στον τοίχο. Όταν την είχε πρωτοπροσέξει πριν από μερικά χρόνια, είχε σημαδέψει την άκρη της με μια μολυβιά. Έπειτα, καθώς η ρωγμή μεγάλωνε, τη σημάδεψε ξανά με τον ίδιο τρόπο που η Έλα σημείωνε την ανάπτυξη του Καλ στην κάσα της πόρτας. Τώρα υψωνόταν από πάνω του με τις μολυβιές να θυμίζουν πόδια τερατώδους σαρανταποδαρούσας. Σήμερα ήταν η μέρα που ο γιος του θα γυρνούσε σπίτι κι αδράχτηκε από τούτη τη σκέψη για να σηκωθεί. Έψαξε στις τσέπες του πα-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=