DOUGLAS STUART 22 δεχόταν, ο Ίνις θα τον πήγαινε μέχρι την πόρτα του, έτσι θα έφτανε πάρα πολύ νωρίς. Ο Καλ χρειαζόταν χρόνο για να προσαρμοστεί, να είναι ανάμεσα σε αγνώστους λίγο ακόμα, να πιει κι άλλο μηλίτη, ν’ αφήσει την επήρεια του Έκσταση να σβήσει. Χρειαζόταν την ηρεμία της μακράς πεζοπορίας στο τέλος, ώστε να υποταχθεί στη μοίρα του. «Σε κάθε περίπτωση ευχαριστώ. Όμως έχω μερικά πράγματα να κάνω. Θα συναντήσω έναν φίλο». «Ποιον;» «Ω, δεν τον ξέρεις». Ο Ίνις χαμογέλασε με τούτη την παράλογη δήλωση. «Είσαι σίγουρα καλά; Δείχνεις λίγο χαμένος». «Ναι, μια χαρά». Αυτό που τον απασχολούσε ήταν πως, όσο περισσότερο πλησίαζε στο σπίτι, τόσο πιο χαμένος ένιωθε. Σηκώθηκε φοβούμενος ότι μπορεί να ξεστόμιζε τις σκέψεις του μεγαλόφωνα. Καθάρισε όσο μπορούσε το μυαλό του και χτύπησε τον Ίνις στον ώμο· έπειτα, προτού καλά καλά συνειδητοποιήσει τι έκανε, τον αγκάλιασε. Ο Ίνις κοκάλωσε κι ο Καλ σκέφτηκε ότι ήταν πιθανό να μην τον είχαν αγκαλιάσει ποτέ ξανά από τότε που ήταν παιδί. «Κοίτα… Θα ’θελα να πιω μια μπίρα προτού πάω σπίτι. Ξέρεις ότι του πατέρα μου δεν του αρέσει να πίνουμε στο σπίτι». «Όπως θα ’πρεπε!» είπε η γυναίκα από το Σόμποστ. Ο Καλ τραβήχτηκε από τον Ίνις. «Θα περάσω να σε δω όταν θα ’χω βολευτεί, εντάξει;» Ήταν απότομος τρόπος για να ξεφορτωθεί έναν άνθρωπο που ήξερε σ’ όλη του τη ζωή. Έριξε στον ώμο το σακίδιό του και κρατώντας αγκαλιά τη σακούλα σκουπιδιών βγήκε βιαστικά ξανά έξω στη βροχή. Το φεριμπότ σκαμπανέβασε καθώς τα απόνερά του χτυπούσαν στην αποβάθρα. Οι τουρίστες τρέκλισαν, χαρούμενοι μ’ αυτό το ταρακούνημα για μια τελευταία φορά. Όσοι σεργιάνιζαν εκεί έτρεμαν κι έτσι τυλίχτηκαν σφιχτά στα άνοράκ τους ‒ τα πρόσωπά τους, που τα ’χε κάψει ο αέρας, να κοιτάζουν μέσ’ από το άνοιγμα στο ελαστικό ύφασμα. Το πλοίο έδεσε και τα φορτηγά βγήκαν πρώτα. Ο Καλ έμεινε πίσω,
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=