Τζον, γιος του Τζον

ΤΖΟΝ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ 23 ώστε να ’ναι σίγουρος, προτού αποβιβαστεί, ότι ο Ίνις θα ’χε φύγει. Καθώς δεν ήξερε κολύμπι, δεν αισθανόταν ποτέ ολότελα ασφαλής μέχρι τα πόδια του να πατήσουν ξανά σε στέρεο έδαφος· χτύπησε τις φτέρνες του στην προκυμαία, κατά τη νησιωτική παράδοση. Όταν πήγαινε σχολείο, τα παιδιά διδάσκονταν τη φρίκη του ναυαγίου του Iolaire5 και κάθε Πρωτοχρονιά η γιαγιά του έψηνε ένα κέικ σε σχήμα σωσίβιου στη μνήμη των διακοσίων πέντε ψυχών που χάθηκαν τόσο κοντά στον τόπο τους. Βάδιζε πίσω από τα επιβατικά αυτοκίνητα, όταν ένα δυνατό χέρι τον χτύπησε στον ώμο. Γνώριζε τον άντρα αόριστα μόνο· ένας σωματώδης φιλικός ιχθυοτρόφος από το Σέλαμποστ. «Μήπως έφερες μαζί σου κάνα φρέσκο μουνάκι;» Ο Καλ γέλασε με μισή καρδιά. «Μήπως πας προς τα πάνω; Θα με βόλευε αν μ’ έπαιρνες με τ’ αμάξι». Ο άντρας τού εξήγησε ότι το αμάξι του ήταν εκτός κυκλοφορίας, χρειαζόταν επισκευές που δεν είχε τα λεφτά να κάνει. Περνούσε το απομεσήμερο στο Τάρμπερτ με τη θεία του κι ο αδερφός του θα ερχόταν απ’ το Σέλαμποστ να τον πάρει αργότερα το βράδυ. Χωρίς δισταγμό πρόσφερε τη φιλοξενία της θείας του και τις υπηρεσίες του αδερφού του, όμως ο Καλ αρνήθηκε και τις δύο κι ευχαρίστησε τον άνθρωπο δίχως ακόμη να είναι σίγουρος πώς τον έλεγαν. Τον περίμενε να απομακρυνθεί κι ανηφόρισε ως τη στάση. Έχασε επίτηδες το πρώτο λεωφορείο, ξέροντας πως, αν δεν έπαιρνε το επόμενο, θα ξέμενε εκεί όλη τη νύχτα. Τέλειωσε με το πάσο του το τελευταίο κουτάκι μηλίτη. Μαζεμένος στη στάση, άδειασε το σακίδιό του και το ταχτοποίησε έπειτα προσεχτικά. Στον πάτο έκρυψε το γουόκμαν του και τις γραμμένες κασέτες, σκεπάζοντάς τα με παλιά τεύχη του περιοδικού The Face. Υπήρχε μια δωρεάν γκέι εφημερίδα στην μπροστινή τσέπη –ούτε που ήξερε γιατί την είχε ακόμη–, όταν σκέφτηκε όμως να την πετάξει, τον κυρίεψε ένας φόβος ότι ο άνεμος θα την άρπαζε και θα την παράσερνε πιο πέρα στο νησί. Τη δίπλωσε και την έχωσε κάτω από την επένδυση 5 Γαελικά στο πρωτότυπο: Αετός. (Σ.τ.Ε.)

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=