DOUGLAS STUART 20 έμοιαζε να μην μπορεί να κουμαντάρει, είτε ανήγγελλε καλά μαντάτα είτε κακά. Για άντρας κοντά στα πενήντα, ήταν ακόμη σε καλή φυσική κατάσταση χάρη στις απαιτήσεις του αγροκτήματος και του Καλ τού φαινόταν πιθανό από μιαν άποψη να τον έλεγες ως και όμορφο άντρα. Ο Ίνις κοίταξε τη γυναίκα από το Σόμποστ κι έπειτα ξανά τον Καλ, ανησυχώντας μήπως διέκοψε κάποιο αστείο που μοιράζονταν οι δυο τους. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί χαμογελούσε ο Καλ, όμως η γυναίκα ήταν στητή και ατενής. «Είδα τον πατέρα σου την Πέμπτη. Δεν μου ’πε, ντε, ότι θα γυρνούσες». Ο Ίνις είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας, μια κοφτή ανάσα ακριβώς τη στιγμή που άρχιζε να αρθρώνει λέξεις, μια πνευμονική εισροή κατά κάποιον τρόπο, αυτό το κράτημα της αναπνοής που είχαν στο Χάρις. Και, αν και δεν έλεγε «αμέ», προτιμώντας το ορθότερο «ναι», η κοφτή του ανάσα τον έκανε να δείχνει λες και διαρκώς συμφωνούσε με τον εαυτό του κι έδινε στον λόγο του κατιτίς επιφυλακτικό, δισταχτικό. «Είσαι καλά, ντε; Σαν να μη μου φαίνεσαι ο συνηθισμένος σου εαυτός». Αυτός ο άνθρωπος, που τον ήξερε σ’ όλη του τη ζωή, δεν είχε ιδέα για τον συνηθισμένο του εαυτό. Ένιωθε τη γλώσσα του πρησμένη. Την έσπρωξε μέσα στο κατωχείλι του. «Πήρα χάπι για τη ναυτία. Μ’ έκανε να αισθάνομαι παράξενα». «Έρχεσαι για επίσκεψη ή θα σ’ έχουμε οριστικά μαζί μας;» «Για λίγο καιρό τουλάχιστον». Ο Ίνις ξεφύσησε σαν να μην μπορούσε να το πιστέψει. «Νόμιζα ότι ’χες φύγει για να καταχτήσεις τον κόσμο. Απόφοιτος μεγάλου πανεπιστημίου, ντε, και τα συναφή». Ο μικρότερος αδερφός του Ίνις, ο Σόρλι, είχε φύγει για να σπουδάσει, μια πολυτέλεια που ο Innes Crùbaidh δεν είχε επιτρέψει στον μεγαλύτερό του γιο. Ο Σόρλι είχε πάει στη Γλασκώβη, αλλά, όπως και να ’χει, γύρισε στο νησί. Ήταν άδικο για τον Ίνις, που είχε χάσει την ευκαιρία με τη συμφωνία ότι, ως μεγαλύτερος, θα κουμαντάριζε τη γη, θα φρόντιζε τον πατέρα τους και τελικά το αγρόκτημα θα γινόταν καταδικό του.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=