Τζον, γιος του Τζον

ΤΖΟΝ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ 19 « Έχεις κάμποσο καιρό που λείπεις, βλέπω». Ο Καλ αναρωτήθηκε πώς μπορούσε εκείνη να το δει, προτού όμως προλάβει να απαντήσει, του είπε: «Είσαι ντυμένος για τον καιρό της πόλης». «Ναι. Ήμουν στο κολέγιο, στην Καλών Τεχνών». «Και θα φερθείς όπως πρέπει τώρα;» τον ρώτησε κοιτώντας τον καλά καλά. «Τι εννοείτε;» «Να ’σαι καλή επιρροή για τους νέους. Ν’ αφήσεις πίσω τη βρομιά της ηπειρωτικής χώρας». «Α, κατάλαβα» είπε εκείνος γελώντας λιγάκι. «Ναι, και βέβαια θα είμαι. Όμως δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχείτε. Εκεί απ’ όπου κατάγομαι δεν υπάρχουν νέοι». Ένα κύμα έσκασε πάνω στο παράθυρο. Τον ξάφνιασε. Η γυναίκα δεν αντέδρασε. «Τζον-Κάλουμ;» Ο ψηλός που φώναξε το όνομά του πήγαινε τρεκλίζοντας προς τις τουαλέτες ‒ τα στραβά του κανιά δεν ήταν συνηθισμένα στη θάλασσα. Ο Καλ, που χαμογελούσε βεβιασμένα στη γυναίκα, έχασε φευγαλέα το χαμόγελό του, προτού το βρει ξανά. Θύμωσε με τον εαυτό του, που δεν έλαβε υπόψη πού βρίσκονταν οι τουαλέτες όταν διάλεξε αυτή τη θέση. «Βρε, βρε!» Ο Ίνις Μακ Ίνις ζούσε μερικά μίλια μακριά από τ’ αγρόκτημα των Μακλάουντ, αρκετά κοντά δηλαδή, ώστε να θεωρείται γείτονας. Ήταν ο μοναδικός φίλος που έμοιαζε να έχει ο πατέρας του. Ο Ίνις ζούσε με τον μικρότερο αδερφό του, εργένηδες κι οι δυο, και έριζαν μεταξύ τους για το κουμάντο του οικογενειακού αγροκτήματος, ενώ παράλληλα φρόντιζαν τον γηραιό και δύστροπο πατέρα τους. Ήταν γνωστός ως Innes Ciùin, Πράος Ίνις, ώστε να ξεχωρίζει από τον πατέρα του, τον Innes Crùbaidh, έναν γερομπάσταρδο με καρδιά πέτρα. Οι νησιώτες τούς φώναζαν έτσι καταπρόσωπο. Κανένας δεν πρόσβαλλε μήτε προσβαλλόταν. Ο Ίνις ήταν ψηλός κι είχε όψη κατά τι πεινασμένη. Τα καστανόξανθα μαλλιά του αραίωναν και μπροστά τα έκανε μύτες για να μη φαίνονται οι άδειοι του κρόταφοι. Ήταν ήσυχος άνθρωπος με πράα λαλιά. Οι άκρες του λεπτού του στόματος καμπύλωναν σ’ ένα χαμόγελο, που

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=