Τζον, γιος του Τζον

DOUGLAS STUART 18 φος» παραδέχτηκε. «Αν και δεν έχω ιδέα γιατί να θέλει οποιοσδήποτε να ζήσει σ’ εκείνα τα βράχια». Ο Καλ δεν το είχε σκεφτεί ποτέ ως κάτι προαιρετικό. Ήταν η κατοικία του προπάππου του από τη μεριά της μητέρας του, το καθημερινό του ψωμί και, με τον τρόπο που γίνονται αυτά τα πράγματα, είχε περάσει στην Έλα, ώσπου τελικά, μια μέρα, θα γινόταν δικό του. Πιπίλισε την καραμέλα της ‒ το μάγουλό της μια φουσκάλα που κροτάλιζε. «Και πώς είπαμε ότι σε λένε;» Το πλοίο σκαμπανέβασε κι ο Καλ έκλεισε τα μάτια. «Τζον Μακλάουντ. Τζον-Κάλουμ». Τζον Μακλάουντ. Ήταν όνομα τόσο κοινό όσο τα λευκά πρόβατα. Προτιμούσε το Καλ κι έτσι τον φώναζαν οι πάντες. Δεν ήταν μια διαρκής υπενθύμιση του πατέρα του. Η γυναίκα συνοφρυώθηκε. «Και τίνος είσαι;» Ήταν μια ερώτηση που έκαναν πάντα οι νησιώτες. Με τις οικογένειες να παλεύουν για αιώνες όποτε είχαν μια σταλιά ατιθάσευτη γη, τα ίδια ονόματα επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά, έτσι έπρεπε να μάθουν την sloinntireachd του, την καταγωγή του. «Είμαι ο Τζον του Τζον του Ίεν του Ίεν του Υφαντή». Η γυναίκα το σκέφτηκε. «Σε ξέρω» είπε τελικά. « Ήξερα τον παππού σου. Ήταν εθελοντής διασώστης στον Σύνδεσμο Σωστικών Λέμβων μαζί με τον πατέρα μου. Καλός άνθρωπος. Η γιαγιά σου ζει ακόμη;» Δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη μητέρα του πατέρα του ‒ ούτε ο ίδιος ούτε ο πατέρας του· η γιαγιά Μακλάουντ πέθανε όταν ο Τζον ήταν μωρό. Πέθανε στο κρεβάτι μερικές ημέρες αφότου γέννησε τον Τζον, στον οποίο έδωσε αυτό το όνομα, την εξαγγλισμένη εκδοχή του Ίεν, με την ελπίδα ότι η οικογένεια θα μετανάστευε σύντομα στο Ντιτρόιτ, όπου είχαν τάξει στον άντρα της μια δουλειά φαναρτζή. Ο Καλ υπέθεσε πως αυτή η γυναίκα εννοούσε τη μητέρα της μητέρας του. «Η Έλα μας; Ναι. Την προσέχει ο πατέρας μου. Ή αυτή προσέχει εκείνον, ανάλογα ποιον θα ρωτήσεις». « Έλα. Έ-λα. Αυτό είναι. Η Γλασκωβίτισσα. Καλή και του λόγου της, ε; Μ’ αυτή δεν έβγαζε κανείς άκρη!» Η γυναίκα χτύπησε ελαφρά την καρδιά της, αλλά ο Καλ δεν κατάλαβε αν το έκανε με σεβασμό ή μ’ αποστροφή.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=