ΤΖΟΝ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ 17 μεριζόταν την απροθυμία του Καλ. Ο ήχος της μηχανής ήταν γι’ αυτόν μια παρηγοριά, αυτό το πνιχτό γους γους, σαν αίμα που έσφυζε μες στον λαιμό του· ένα βουητό που ταξίδευε από τα πέλματα στη ραχοκοκαλιά του, ώσπου μουρμούριζε μες στο μυαλό του. «Dè thachair dha d’ aodann?»3 είπε η γυναίκα. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά τώρα – οι διεσταλμένες της κόρες τον κατάπιναν ολόκληρο. Ο Καλ άγγιξε το πρόσωπό του κι ένιωσε τη ζέστα στο μέτωπό του, εκεί που είχε σκαλίσει ένα σπυρί ώσπου μάτωσε. Η γυναίκα έβγαλε ένα χαρτομάντιλο απ’ το τσαντάκι της. Του το έδωσε για να σκουπίσει το αίμα κι είπε στα γαελικά: «Και γιατί χαμογελάς;». «Τίποτα. Χαίρομαι απλώς που γυρνάω σπίτι». «Θα ’πρεπε να βγάλεις τον σκούφο σου. Δεν θα το χαρείς αλλιώς». Φορούσε έναν πρασινοκίτρινο πλεκτό σκούφο, που το χρώμα του ήταν τόσο όξινο, ώστε μπορούσε να σου χαλάσει την όρεξη. Ήταν κατεβασμένος ακόμη χαμηλά πάνω από τ’ αυτιά του κι ο Καλ σκέφτηκε να τον βγάλει, ύστερα όμως θυμήθηκε τι υπήρχε κρυμμένο από κάτω. «Είμαι μια χαρά». «Κι είσαι λευκός σαν φάντασμα. Δεν σ’ αρέσει το καράβι, βλέπω». Ξετύλιξε ένα ρολό γλυκές παστίλιες κι έσκυψε να του προσφέρει μία. Πρέπει να μύρισε το ποτό πάνω του, γιατί ρουθούνισε και ξίνισε το μούτρο της. Καθώς καθόταν πίσω, τα γόνατά της κροτάλισαν. «Τ’ άκουσες; Ένα δεμάτι προσανάμματα είμαι». Εκείνος μούτρωσε ‒ η παστίλια στο στόμα του να τον βοηθάει στην γκριμάτσα. «Φταίει η υγρασία. Τη νιώθω ήδη». «Μπα; Ξαφνιάζομαι που νιώθεις οτιδήποτε. Στην κατάσταση που βρίσκεσαι». Η γυναίκα κάθισε για λίγο γυρνώντας με τη σωστή πλευρά προς τα πάνω όλα τα κουμπιά στο παλτό της. Κάρφωσε πάνω του τα μάτια της. «Νιώθω σαν να σε ξέρω, γιε μου. Από πού είσαι;» «Απ’ το Φάλαμπεϊ». «Α, εκεί το φχαριστιούνται το ποτό». Η γυναίκα γέλασε πικρά. «Εγώ είμαι απ’ το Σόμποστ, αλλά το Φάλαμπεϊ… Δύσκολος τόπος. Δύσκολος, αλλά όμορ3 Γαελικά στο πρωτότυπο: Τι έπαθε το πρόσωπό σου; (Σ.τ.Μ.)
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=