Τζον, γιος του Τζον

ΤΖΟΝ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ 13 «Είναι αυτή ακριβώς η απόχρωση» είπε ο Τζον. «Όχι μόνο τα πόδια της. Η καρδιά της δεν είναι επίσης καλά και παραπονιέται για το κυκλοφορικό της. Κουτσαίνει, πάει όλο και πιο αργά. Και βρίσκεται σε μεγαλύτερη σύγχυση απ’ ό,τι συνήθως. Μου λέει ότι μιλάει στα πρόβατα». «Ανέκαθεν το έκανε». «Τώρα ισχυρίζεται ότι της μιλάνε κι αυτά». Ο Τζον έκανε ένα μικρό πλατάγισμα με τη γλώσσα του. «Η μητέρα της μητέρας σου δεν είναι δική μου ευθύνη, Τζον-Κάλουμ. Το ’χουμε συζητήσει αυτό». «Το ξέρω. Γιατί δεν μπορεί όμως να πάει να ζήσει με τη μαμά;» Νεκρική σιωπή, που έκανε τον Καλ να φοβηθεί ότι είχε πέσει η γραμμή. «Μπαμπά, είσαι εκεί;» «Ναι;» είπε ο Τζον. « Έλα. Περιμένεις απάντηση σε κάθε ανόητη ερώτηση;» Κι άλλη παύση. «Η γιαγιά σου λέει ότι αυτό είναι το σπίτι της κι ότι εδώ θα τελειώσει τη ζωή της. Δεν βλέπει κανέναν λόγο να φύγει». Ο Καλ έπνιξε μια επιθυμία να τον προκαλέσει. Ήθελε να ρωτήσει γιατί δεν μπορούσε η μητέρα του να γυρίσει σπίτι, να φροντίσει την ίδια της τη μητέρα και να τον γλιτώσει από το βάρος του γυρισμού, όμως η ερώτηση θα έφερνε απλώς τσακωμό, έτσι το κατάπιε και δεν είπε τίποτα. « Ήρθε η ώρα» είπε τελικά ο Τζον μ’ όλη τη σιγουριά ενός ανθρώπου που ήξερε πότε ακριβώς έπρεπε να γίνει κάθε δουλειά. «Αρκετά το διασκέδασες». Ο Καλ έφερε στο μυαλό του αυτή την τελευταία συζήτηση καθώς το φεριμπότ κλυδωνίστηκε τρομερά. Έκλεισε στη χούφτα του το Έκσταση κι αναρωτήθηκε πώς θα τον έκανε να νιώσει αν το έπαιρνε ενώ ανακατευόταν. Αν υπολόγιζε σωστά τον χρόνο, τότε το Έκσταση θα πρέπει να εξασθενούσε την ώρα που θα έφτανε στον τόπο του. Ήθελε να φτάσει νιώθοντας θαυμάσια, χωρίς το σφίξιμο που τον καταλάμβανε όταν έβλεπε το άσπρο σπιτάκι στην άκρη της θάλασσας. Κατάπιε το χάπι και το κατέβασε με μια γουλιά μηλίτη. Το φεριμπότ έπλεε βογκώντας, αλλά αυτός γύρισε κι είδε το λιμάνι να μικραίνει. Είχε περάσει τα χρόνια των σπουδών του εξηγώντας

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=