Τζον, γιος του Τζον

DOUGLAS STUART 12 bith…» άρχισε. «Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς».2 Τις τελευταίες εβδομάδες το μυαλό του είχε κολλήσει στην επιστολή Προς Γαλάτας, επανερχόμενος στην ανάγκη για αδελφικό σωφρονισμό. Έτσι μπορεί να συνέβαινε με τον πατέρα του: Ένα συγκεκριμένο βιβλίο ήταν σαν εποχή του χρόνου και τον είχε για μήνες υπό την επήρειά του. Στο τέλος των προσευχών τους ο Τζον τούς οδηγούσε να ψάλουν. Έλεγε πρώτος τον στίχο κι ύστερα ο Καλ –τριακόσια μίλια μακριά και παρακολουθώντας παίχτες του ράγκμπι να παλεύουν στη σιγανή βροχή– τον έψαλλε επίσης με όσο μπορούσε περισσότερη ευλάβεια. Μετά το ψάλσιμο οι άντρες ξέπεφταν ξανά στο επιτηδευμένο κουβεντολόι. Ο πατέρας του δεν είχε βρεθεί ποτέ στην πρωτεύουσα κι ο Καλ είχε μάθει να μη μιλά πάρα πολύ για το Εδιμβούργο, ειδάλλως το επόμενο κήρυγμα θα επικεντρωνόταν σε κάθε λογής αμάρτημα. Αν τον ρώταγε ο Καλ για τα πρόβατα ή για την υφαντική ή για τον καιρό, λάμβανε την ίδια απάντηση, γιατί σε τι ωφελούσε μια φευγαλέα παρατήρηση για κάτι που δεν άλλαζε ποτέ. «Είναι καλά. Θα ’ναι καλύτερα αύριο. Θεού θέλοντος». Έτσι, ήταν σημαντικό όταν ο Τζον ανέφερε τη γιαγιά του Καλ και το μελάνιασμα των ποδιών της. Ο Καλ μπόρεσε αμέσως να φανταστεί το χρώμα, σαν του μοσχαρίσιου συκωτιού, πως ήταν συνάμα μελανό και γκρι και κρεμ, ταυτόχρονα ζωντανό κι αποκρουστικά νεκρό. Φαντάστηκε πρησμένα πόδια, χοντρά και γεμάτα κηλίδες, με το αίμα ν’ αναβλύζει και να εκρήγνυται θαρρείς κάτω από τη θαμπάδα του δέρματος. «Μοσχαρίσιο συκώτι; Είσαι σίγουρος;» Ακόμα και καθώς το ρωτούσε, ήξερε πως ήταν ανάγκη να το κάνει. Είχαν περάσει τη ζωή τους υφαίνοντας, κρατώντας το υφάδι ψηλά στο φως για να ελέγξουν την πυκνότητά του. Κάθε κουβέντα μεταξύ τους σχετικά με το χρώμα ήταν ζυγιασμένη κι ακριβής. 2 Προς Γαλάτας 6, 1. (Σ.τ.Ε.)

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=