DOUGLAS STUART 10 από τον Καλ να το κάνει μαζί του στα γαελικά1 με όλη τη δύναμη της πίστης του. Όταν όμως περνούσε από κει κάνας ιδιαίτερα όμορφος άντρας, αυτός μαζευόταν και χαμήλωνε τη φωνή του και τότε ανεξαιρέτως ο Τζον θα τον ρωτούσε γιατί δίσταζε. Ήταν ταπεινωτικό να πρέπει να τα βγάζει πέρα με τις ματιές των ξένων που τύχαινε να περάσουν. Γι’ αυτόν τον λόγο την περισσότερη ώρα ήταν με τα μάτια κλειστά ή με την πλάτη γυρισμένη στο μονοπάτι. Διαπίστωσε ότι έψαλλε καλύτερα όταν τα δάχτυλά του πασπάτευαν τις κάρτες που είχαν αφήσει στον θάλαμο πόρνες και μασέζ. Παρ’ όλα αυτά, του άρεσε το Μέντοουζ. Οι κυματιστοί αγροί βοηθούσαν το μυαλό του να δουλεύει πιο αργά. Ήταν από τα λιγοστά μέρη όπου η πόλη έπαιρνε μια ανάσα κι ανακάλυψε ότι αυτό βοηθούσε να ταιριάξει ο ρυθμός των σκέψεών του με την αργή ομιλία του πατέρα του. Ήξερε ότι ο πατέρας του είχε το βλέμμα στραμμένο στη θάλασσα. «Ciamar a tha thu an-diugh?» ρώτησε ο πατέρας του στα γαελικά. Πώς είσαι σήμερα; «Καλά. Εσύ;» «Καλούτσικα. Όρθιος. Δόξα σοι ο Θεός». Η συζήτησή τους ήταν λογοκριμένη πάντα, έλειπαν τα πράγματα για τα οποία δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Ο Καλ δεν ανέφερε ποτέ ότι δεν είχε πού να μείνει. Ουδέποτε είπε πως, αφότου αποφοίτησε, έκανε κατάχρηση της ελεημοσύνης των συμφοιτητών του, πηγαίνοντας από καναπέ σε καναπέ και περιμένοντας πότε θα έφευγαν για τη δουλειά για να αναζητήσει τροφή, σαν ποντικάκι, παίρνοντας τσίμα τσίμα όση χρειαζόταν ώστε να χορτάσει την πείνα του, αλλά ποτέ τόση, ώστε να τον τσακώσουν. Δεν ανέφερε ποτέ ότι μετά τη βροχή τα ρούχα στέγνωναν πάνω του ή ότι παρατηρούσε τη στάθμη του γάλακτος σ’ ένα μπουκάλι, ώστε να αντικαθιστά με νερό της βρύσης όσο έπαιρνε, ή ότι περιπλανιόταν στα προάστια του Εδιμβούργου το βράδυ, ώστε να μη νιώθουν οι φίλοι του ότι είχαν την υποχρέωση να τον ταΐσουν. 1 Τα σκοτσέζικα κελτικά. (Σ.τ.Μ.)
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=