Τριλογία της Κούβας

BΡΟΜΙΚΗ ΣΑΡΚΑ 25 στα χωράφια. Η Μπέρτα ήταν πάντα της ανυπότακτη. Από παιδί. Κι έτσι, στα δεκατρία της, έκρυψε ένα στιλέτο στη μέση της, κάτω από την μπλούζα, και χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, για να γλιτώσει τη μάνα της από τα δάκρυα, έφυγε από τη φυτεία. Περπάτησε καμιά εκατοστή χιλιόμετρα δυτικά, μέσα από δρόμους γεμάτους χώμα και λάσπη. Για να επιβιώσει ταπεινώθηκε. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Εκπορνευόταν στα χωριά απ’ όπου περνούσε. Έναν χρόνο αργότερα έφτασε στο Ματάνσας. Μόνη. Είχε πια τα κότσια. Και μόνη της βρή­ κε τον δρόμο της σ’ εκείνη τη γειτονιά με τους νέγρους, τις πουτάνες, τα μπαρ, τους εγκληματίες, τους ναυτικούς και τους λιμενεργάτες. Ήταν μια μεγάλη και πικρή ιστορία, την οποία προσπαθούσε να ξεχά­ σει. «Μια πουτάνα θλιμμένη και πικραμένη θα πεθάνει της πείνας, γι’ αυτό και πρέπει να ξεχνάς και να γελάς». Τώρα ήταν ανεξάρτητη. Είχε ένα μικρό δωμάτιο σε μια υποτυπώδη πανσιόν: ένας στενός διάδρομος, σκοτεινός και βρόμικος, με πολλά δωματιάκια σε κάθε πλευρά. Ένα σιχαμερό χοιροστάσιο. Υγρασία, κατσαρίδες και μυρωδιά ούρων. Κι ένα ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι με μερικά τραχιά, ιδρωμένα και σιχαμερά σακιά από γιούτα για σεντόνια. Εκεί ζούσε μόνη και υποδεχόταν τους πελάτες της. Δούλευε για λο­ γαριασμό της. Ήταν πολύ σκληρή γυναίκα και κατάφερνε να κρατάει πάντα μακριά τους νταβατζήδες. Περνούσε τη μέρα καθισμένη στην πόρτα περιμένοντας πελάτες και προκαλώντας, σαρκαστική, όλους τους άντρες που περνούσαν. Είχε την κανονική και ελάχιστη χρέωση: πενήντα σεντάβο τη μία. Ο Φελίπε δεν δέχτηκε εκείνο το «Πενήντα σεντάβο τη μία »: «Τι θα πει “τη μία” ;». «Μία είναι η μία, Σπανιόλε. Μέχρι να τελειώσεις. Δεν ξέρεις τι πάει να πει μία;» «Όχι. Ας το προσδιορίσουμε καλύτερα. Λοιπόν. Μισή ώρα είναι καλά;» «Εντάξει. Το ίδιο κάνει. Άντε, γδύσου». ΟΦελίπε συμβουλευόταν το ρολόι τσέπης του για να προσαρμοστεί στο συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα, ηΜπέρ

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=