Το υπουργείο του χρόνου

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 25 δρόμο με την κούραση ανθρώπου που έχει διασχίσει μια ήπειρο και δεν έχει βρει ακόμη το ξενοδοχείο του. Βγήκα κι εγώ σβέλτα μετά απ’ αυτόν. Προσπάθησα να δω τι έβλεπε. Θα με ρωτούσε για τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα στον δρόμο ίσως ή για τους φανοστάτες. «Έχετε κλειδιά;» ρώτησε. «Ή μήπως οι πόρτες λειτουργούν με μαγικά συνθηματικά τώρα;» «Όχι, έχω…» «Σουσάμι, άνοιξε» είπε κακόκεφα στο γραμματοκιβώτιο. Μπαίνοντας, του είπα ότι θα έφτιαχνα τσάι. Είπε ότι θα ήθελε, με την άδειά μου, να δει το σπίτι. Την έδωσα. Έκανε έναν γρήγορο γύρο. Βάδιζε αποφασιστικά, σαν να περίμενε αντίσταση. Όταν γύρισε στην κουζίνα-τραπεζαρία και έγειρε στο δοκάρι της πόρτας, πάγωσα μ’ έναν τρόπο επώδυνο. Από άγχος απόδοσης, αλλά και επειδή το σοκ της απίστευτης παρουσίας του είχε αρχίσει να κατακάθεται μέσα μου. Όσο περισσότερο βρισκόταν εκεί –και συνέχιζε να βρίσκεται εκεί–, τόσο περισσότερο ένιωθα σαν να σκουντούσα τον εαυτό μου να βγει έξω από το σώμα μου. Μου συνέβαινε κάτι που άλλαζε την αφήγηση, ένα πράγμα το οποίο βίωνα από την κορφή ως τα νύχια, και προσπαθούσα να δω τον εαυτό μου απ’ έξω, ώστε να βγάλω νόημα. Κυνήγησα το φακελάκι του τσαγιού ως το χείλος μιας κούπας. «Πρόκειται να… συγκατοικήσουμε;» ρώτησε. «Ναι. Κάθε εκπατρισμένος έχει μια γέφυρα για έναν χρόνο. Είμαστε εδώ για να σας βοηθήσουμε να προσαρμοστείτε στη νέα σας ζωή». Σταύρωσε τα χέρια του και με κοίταξε προσεκτικά. Τα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=