Το χρέος που ξεπληρώθηκε αργά
Τ Ο Χ Ρ Έ Ο Σ Π Ο Υ Ξ Ε Π Λ Η Ρ Ώ Θ Η Κ Ε Α Ρ Γ Ά 19 πατο ένα σπίτι και ξαφνικά σε κυριεύει η σκέψη: Αχ, γιατί να μη ζω εδώ; Εδώ θα μπορούσα να ζήσω ευτυχισμένος. Νομίζω ότι η αυτή η σκέψη μάς καταλαμβάνει όλους κά ποιες φορές και, αν έχεις κοιτάξεις για ώρα ένα σπίτι με την κρυφή επιθυμία να ζούσες εκεί ευτυχισμένος, τότε η εικόνα που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις αποτυπώνεται με κάθε λεπτομέρεια στη μνήμη μας. Πέρασαν δεκαετίες ολό κληρες κι ακόμα θυμόμουν τα κόκκινα και κίτρινα λουλού δια που ήταν στα παράθυρα και τον ξύλινο εξώστη στο πρώτο πάτωμα, όπου ανέμιζαν τότε σαν πολύχρωμες ση μαίες τα πλυμένα ρούχα, και τα ζωγραφισμένα παντζούρια, κίτρινα σε γαλάζιο φόντο, με μικρές καρδιές χαραγμένες στο κέντρο τους, και την άκρη της στέγης με τη φωλιά του πελεκάνου στο αέτωμα. Κάποιες φορές, όταν η καρδιά μου ήταν ανήσυχη, θυμόμουν εκείνο το σπίτι. Να πήγαινα εκεί για μια μέρα, σκεφτόμουν με εκείνον τον ονειροπόλο και σχεδόν ασυνείδητο τρόπο με τον οποίο σκέφτεται κανείς κάτι που είναι αδύνατον να συμβεί. Δεν ήταν τώρα η κα λύτερη ευκαιρία να πραγματοποιήσω αυτή την παλιά και σχεδόν σβησμένη επιθυμία; Δεν ήταν το καλύτερο για τα ταλαιπωρημένα μου νεύρα αυτό το πολύχρωμο σπίτι στα βουνά, αυτό το πανδοχείο χωρίς όλες αυτές τις ενοχλητικές ανέσεις του σύγχρονου κόσμου, χωρίς τηλέφωνο, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς επισκέψεις και τυπικότητες; Και ήδη, έτσι όπως το ανακαλούσα στη μνήμη μου, ένιωθα πως ανάσαινα την έντονη, αρωματική ατμόσφαιρα του βουνού και άκουγα τον μακρινό ήχο από τα κουδούνια των αγελά
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=