Το χρέος που ξεπληρώθηκε αργά

Σ Τ Ε Φ Α Ν Τ Σ Β Α Ϊ Χ 18 βιβλία, περιπάτους, ονειροπολήσεις και ανενόχλητο ύπνο, δεκατέσσερις μέρες χωρίς τηλέφωνο και χωρίς ραδιόφωνο, δεκατέσσερις μέρες σιωπής, δεκατέσσερις μέρες ανενό­ χλητη εγώ με τον εαυτό μου, αν μπορώ να το πω έτσι. Ασυνείδητα δεν λαχταρούσα τίποτε άλλο εδώ και χρόνια τόσο πολύ όσο την απόλυτη σιωπή και την ξεκούραση. Τότε θυμήθηκα ότι τα πρώτα χρόνια του γάμου μου, όταν ο άντρας μου έκανε την πρακτική του ως βοηθός ιατρού στο Μπολτσάνο, είχα περπατήσει τρεις ώρες για να ανέβω σε ένα μικρό απομονωμένο χωριό ψηλά στα βουνά. Εκεί υπήρχε στην πλατεία μιας μικροσκοπικής αγοράς ένα από εκείνα τα επαρχιακά πανδοχεία του είδους που συνα­ ντά κανείς συχνά στο Τιρόλο, με το ισόγειό του χτισμένο με ογκώδεις πέτρες, κάτω από τη μεγάλη ξύλινη στέγη που υπήρχε από πάνω, το πρώτο πάτωμα καταλήγει σε μια ευ­ ρύχωρη βεράντα, κι ολόκληρο τον τόπο τον περιέβαλλαν οι φυλλωσιές των αμπελιών, που εκείνο το φθινόπωρο τύ­ λιγαν ολόκληρο το κτίριο σαν μια κατακόκκινη κι ωστόσο δροσερή φωτιά. Δεξιά κι αριστερά έστεκαν σκυφτά, σαν πιστά σκυλιά, μικρά σπιτάκια και μεγάλες αποθήκες, το ίδιο το κτίριο όμως ορθωνόταν με ακάλυπτο στήθος, ελεύ­ θερο κάτω από τα απαλά σύννεφα που ταξίδευαν στον ου­ ρανό του φθινοπώρου, και ατένιζε το απέραντο πανόραμα των βουνών. Μπροστά στο μικρό αυτό πανδοχείο βρέθηκα να στέκω τότε με ανυπομονησία και σχεδόν μαγεμένη. Σίγουρα ξέ­ ρεις πώς είναι όταν βλέπεις από το τρένο ή σε έναν περί

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=