PIERGIORGIO PULIXI 14 «Και ο Χέντριξ; Πού έχει πάει;» ρώτησε ανήσυχος ο Νικόλα, που δεν έβλεπε πουθενά το Μπόστον Τεριέ τους. «Είναι ακόμη στο μπαλκόνι το καημένο. Βάλ’ το μέσα». Ο άντρας πήγε να ελευθερώσει το σκυλάκι, που το είχαν αφήσει στη βεράντα για να μην τον πειράζουν τα μικρά αγρίμια. «Μήπως να ρίχναμε παντού οινόπνευμα και να βάζαμε φωτιά στο σπίτι;» πρότεινε ο Νικόλα, επιστρέφοντας με τον Χέντριξ αγκαλιά. Το κουτάβι συνέχιζε να στρέφει το βλέμμα του πέρα δώθε στο σαλόνι, μπερδεμένο απ’ όλα τα κατάλοιπα των οσμών. «Πιστεύεις ότι η ασφάλεια θα μας αποζημίωνε;» «Σταμάτα και πάρ’ το απόφαση. Αν προχωρήσουμε ενωμένοι και σωστά συντονισμένοι, μέχρι τα μεσάνυχτα θα έχουμε τελειώσει τα πάντα». «Τα μεσάνυχτα;» αντέδρασε έκπληκτος ο Νικόλα, χαϊδεύοντας το σκυλάκι. «Όταν ο Λορέντζο κλείσει τα δεκαοκτώ, θα του κάνω μήνυση για όλα αυτά και θα του ζητήσω αποζημίωση για ηθική βλάβη». «Λοιπόν, ξεκινάμε;» Ο Νικόλα ήταν έτοιμος να εκλιπαρήσει για ακόμα λίγα λεπτά ανακωχής, όταν χτύπησε το κουδούνι. «Κλασικά: το γνωστό μυξιάρικο που κάτι ξέχασε» αναστέναξε, αφήνοντας τον σκύλο κάτω. «Ποιος θα ανοίξει;» «Εσύ» του είπε η Λουτσία, απτόητη. «Στις διαταγές σας, κυρία μου» υπάκουσε ο σύζυγός της, προχωρώντας στον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στην είσοδο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=