ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΥΡΕΣ ΓΑΤΕΣ 15 Ο Νικόλα άνοιξε χωρίς καν να ρωτήσει ποιος είναι: ήθελε να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα και να πιάσει δουλειά. Μπροστά του δεν εμφανίστηκε κάποιο παιδί ούτε κάποιος από τους γονείς όπως θα περίμενε, αλλά ένας ψηλός άντρας με το πρόσωπο καλυμμένο με μια μαύρη κουκούλα fullface, ο οποίος σήκωσε απότομα ένα σπρέι και τον ψέκασε στο πρόσωπο. Προτού προλάβει καν να φωνάξει, ο Νικόλα, εισπνέοντας το αέριο, έχασε τις αισθήσεις του, ενώ ο άγνωστος τον συγκράτησε και τον ακούμπησε προσεκτικά στο πάτωμα. Ο Χέντριξ έτρεξε δίπλα του, με τις πατούσες του να γλιστρούν στο δάπεδο. Γάβγισε δυο φορές στον ξένο που, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, τέντωσε το γαντοφορεμένο χέρι και το κράτησε ακίνητο ώσπου το Μπόστον Τεριέ τον πλησίασε, βέβαιο ότι ο άντρας δεν αποτελούσε απειλή. «Μπράβο, μικρούλη μου» ψιθύρισε ο κουκουλοφόρος χαϊδεύοντας τον σκύλο. «Νικόλα; Όλα καλά;» ακούστηκε από το σαλόνι η φωνή της γυναίκας του. Ο εισβολέας έκλεισε πίσω του την πόρτα και, πιάνοντάς τον από τους αστραγάλους, έσυρε το αναίσθητο σώμα για μερικά μέτρα μέσα στο διαμέρισμα. Έπειτα κρύφτηκε και περίμενε να εμφανιστεί η γυναίκα. Όπως ήταν αναμενόμενο, έπειτα από ούτε ένα λεπτό η σύζυγος αποφάσισε να πάει να δει γιατί δεν απαντούσε ο άντρας της. Βλέποντάς τον ξαπλωμένο στο πάτωμα, έβαλε μια κραυγή και όρμησε πάνω του προσπαθώντας να τον συνεφέρει. Απορροφημένη καθώς ήταν στην προσπάθειά
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=