ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΥΡΕΣ ΓΑΤΕΣ 13 κα του. Στα μάτια τους ήταν κιόλας εμφανής η κρίση μετατραυματικού στρες που βίωναν. «Μήπως να τα αφήναμε όλα έτσι όπως είναι και να τα μαζεύαμε αύριο;» την προέτρεψε ο Νικόλα, αναβλητικός όπως κάθε άντρας μπροστά στο φάντασμα της γενικής καθαριότητας. «Ξέχνα το» αποφάνθηκε γρήγορα εκείνη, αφήνοντας το βλέμμα της να πλανηθεί στην αποκάλυψη μπροστά στην οποία είχαν βρεθεί άθελά τους. «Αύριο θα είναι ακόμα χειρότερα… Δεν έπρεπε να σ’ ακούσω. Αν είχαμε νοικιάσει μια αίθουσα, θα είχαμε γλιτώσει αυτό το μπουρδέλο». Ο Νικόλα έπαθε ένα υστερικό τικ στο δεξί μάτι. Όπως πάντα, η γυναίκα του είχε δίκιο. «Πάρε μια γρήγορη ανάσα και ανασκουμπώσου» συνέχισε η Λουτσία, σφίγγοντάς του το χέρι. «Σε πέντε λεπτά αρχίζουμε το καθάρισμα». Ο Νικόλα σκέφτηκε την πιθανότητα της ανταρσίας: θα μπορούσε να σκαρφιστεί ότι τους είχαν τελειώσει τα τσιγάρα –είδος πρώτης ανάγκης σε τέτοιες στιγμές– και ότι έπρεπε επειγόντως να πάει για ανεφοδιασμό, όμως έπειτα από μια κρίση συνείδησης εγκατέλειψε το σχέδιο. «Ο Αττίλας πού είναι;» ρώτησε. «Στο δωμάτιό του, μετράει τα λάφυρα του πολέμου». «Τουλάχιστον τον κάναμε ευτυχισμένο» παρηγορήθηκε ο άντρας. Η διαπίστωση αυτή γλύκανε το οικογενειακό τραύμα, σε σημείο μάλιστα που έσκασαν και οι δυο τους ένα στιγμιαίο χαμόγελο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=