PIERGIORGIO PULIXI 12 «Θέλω να πεθάνω» ψιθύρισε στο τέλος μέσα στο άδειο σπίτι, έπειτα από τεσσερισήμισι ώρες πάρτι με έναν ολόκληρο στρατό από δαιμονισμένα παιδιά. Παρόλο που η ομάδα κρούσης είχε εγκαταλείψει το στρατόπεδο εδώ και μισή ώρα, στ’ αυτιά της βούιζαν ακόμη οι ιαχές των βαρβάρων και τα γέλια τους. Είχε ανοίξει όλα τα παράθυρα για να φύγει η δυσοσμία της αδρεναλίνης και του ιδρώτα που οι μικροί φονιάδες είχαν αρχίσει να αναδίνουν από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους εκεί μέσα, οπλισμένοι μέχρι τα δόντια με δώρα και πολεμικές διαθέσεις. Οι γονείς τους το είχαν βάλει στα πόδια σαν λιποτάκτες αξιωματικοί, αφήνοντάς τη στο έλεος των εχθρικών στρατευμάτων, επιστρέφοντας με την ουρά στα σκέλια έπειτα από σχεδόν πέντε ώρες, για να μαζέψουν τους εισβολείς, κι ύστερα έγιναν πάλι καπνός, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εγκλήματα πολέμου. «Δειλοί!» μουρμούρισε σχεδόν σαν κατάρα η Λουτσία. Είχε τρομοκρατηθεί στην ιδέα και μόνο να βάλει σε τάξη το μπάνιο. Σκέφτηκε να πιει κάτι δυνατό για να πάρει κουράγιο: ουίσκι ή ρούμι, αν βέβαια οι μικροί διάολοι δεν είχαν λεηλατήσει ακόμα και το μπαρ. Η πόρτα άνοιξε και ο σύζυγός της, ο Νικόλα, μπήκε κουτσαίνοντας. Ήταν η τέταρτη σακούλα σκουπιδιών που κατέβαζε από κείνο το καταραμένο κτίριο με το χαλασμένο ασανσέρ. Έμεναν στον έκτο όροφο. Οι τετρακέφαλοί του έτρεμαν από την κούραση. Αντάλλαξαν ένα βλέμμα συμπόνιας, σαν δυο παρτιζάνοι που είχαν αντικρίσει κατάματα τον θάνατο. Ο άντρας κούρνιασε δίπλα στη γυναί-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=