Το σπίτι των άλλων

11 τους. Μπορούμε και χωρίς αυτές. Άλλωστε, είναι πολύ πιθανόν να έρθουν κι οι συγγενείς μας απ’ το Μπράινο». «Ναι, μάλλον δεν αξίζει τον κόπο» είπα εγώ. «Θα ’χουμε κόσμο αύριο. Δούλευε και στις μαγιάτικες θεατρικές εκδηλώσεις, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Έκανε τον Ιακώβ. Και μια φορά και τον Κάρολο, τον βασιλιά της Γαλλίας. Πάντως, μετά από πενήντα χρόνια βοσκής εκεί πάνω στο Μπόμπιο, τελικά οι πάντες ξέρουν τους πάντες». Δίπλα στο τσουβάλι με τα φύλλα καθόταν η χήρα. Δύσκολα κλαίει κανείς εδώ πάνω. Στεκόταν κι εκείνη ασάλευτη, με βλέμμα απλανές σαν τη γριά του Καθεδρικού στην πόλη, που κάθεται εκεί και περιμένει ένα κέρμα. Τα εγγόνια τα είχαν πάει στον στάβλο. «Καληνύχτα» ψιθύρισα. «Αύριο θα ’μαι εδώ στις εφτά». Έγνεψε καταφατικά. Δυο τρεις γυναίκες με συνόδεψαν μέχρι κάτω. Τα σκυλιά και τα μπρούντζινα κουδούνια ακούγονταν τώρα πιο καθαρά, μπλέκονταν κάθε τόσο με έναν θόρυβο που θύμιζε πανούκλα. Πίσω από ένα τζάμι ένα παιδί έβηχε και από τους στάβλους ακούγονταν κλοτσιές από μουλάρια και ήχοι από στομίδες ζώων.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=