Το σπίτι των άλλων

10 Η πιο ηλικιωμένη έπιασε το αποκέρι και αργά αργά πήγε να ανοίξει το παράθυρο. Για ένα λεπτό μείναμε όλοι μες στο σκοτάδι. Η ατμόσφαιρα τριγύρω ήταν βιολετιά, βιολετιά ήταν και τα μονοπάτια και τα χορτάρια στα βοσκοτόπια, τα φαράγγια και οι βουνοκορφές· εκεί, μες στη σκιά, μακριά, είδαμε να κατηφορίζουν προς το χωριό τέσσερα πέντε φανάρια. «Είναι οι άντρες που κατεβαίνουν από τα βοσκοτόπια» μουρμούρισε, επιστρέφοντας προς το μέρος μας. «Σε δέκα λεπτά θα ’ναι εδώ». Έτσι ήταν, οπότε κι εγώ πήρα μια ανάσα ανακουφισμένος. Δεν σκαμπάζω από λόγια, ντρέπομαι για να ’μαι ειλικρινής, ούτε και τα πάω καλά με τους αποχαιρετισμούς. Ιδίως μ’ αυτούς. Στα κλεφτά, προχώρησα προς την πόρτα. «Λοιπόν, έτσι θα γίνει, πάτερ» μου είπε μια, παίρνοντάς με στο κατόπι. «Εμείς θα τον πλύνουμε και θα τον ξυρίσουμε. Το ντύσιμο θα το αναλάβουν απόψε οι άλλοι». «Αύριο θα στείλω τη Μέλιντε να ράψει το σάβανο» είπα. «Και με τις μοιρολογίστρες;» «Ζητούσαν τριακόσιες πενήντα λιρέτες, και να τους πληρώσουμε κι από πάνω το φαγητό και τον ύπνο

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=