12 Είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα. Διέσχισα την πλατειούλα με το χαλίκι και δυο δρόμους όχι πιο φαρδιούς από μια οργιά· ήταν τόσο στενοί, σας λέω, που ένας Φάλσταφ σαν κι εμένα ίσα ίσα που χωρούσε ξυστά, με τους αγκώνες του να γδέρνονται στους τοίχους. Στον βάλτο στράφηκα από την άλλη για να κοιτάξω προς τα κάτω. Εφτά σπίτια. Εφτά σπίτια κολλημένα και τίποτε άλλο, μαζί με δυο καλντερίμια, μια αυλή που την αποκαλούν πλατεία, έναν βάλτο κι ένα ρέμα, και βουνά μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Οι τρεις γριές στέκονταν ακόμη εκεί, ακίνητες στο σκαλοπάτι του σπιτιού, κάτω από το φωτισμένο, ανοιχτό παράθυρο. «Ιδού το Μοντέλιτσε» είπα. «Αυτό είναι όλο κι όλο, και κανείς δεν το ξέρει». Και πήρα τον ανήφορο.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=