Μια ιστορία μόνο: Το σπίτι στα βράχια

22 KAΛΗ ΔΟΞΙΑΔΗ Τότε ήταν που άκουσα από ψηλά το τραγούδι του κηπου­ ρού. Τι γύρευε εκεί, ανάμεσα στις ξερές ίριδες; Συνήθως τέτοια ώρα ήταν απ’ την άλλη μεριά του σπιτιού, τη σκιερή, ποτίζοντας τα πειθαρχημένα δικά του παρτέρια και χτενίζο­ ντας το χλωροπράσινο γκαζόν του ή αποκεφαλίζοντας άνθη που υποψιαζόταν ότι άρχισαν να γερνούν. Αποδώμεριά, στις ανώμαλες πεζούλες που ήταν οριοθετημένες ακανόνιστα με ριζωμένα και φερτά βράχια, σπάνια ερχόταν. Ο Daddy του είχε απαγορεύσει να ξεκάνει με τις μαγικές και βαθύτατα βλαβερές μεθόδους του την άγρια βλάστηση, ιδίως τις ίριδες, που απλώνονταν ανάμεσα στα βράχια, κρύβοντας περάσμα­ τα και πνίγοντας άλλα λιγότερο πεισματάρικα φυτά. Ο πατέρας μου κι εγώ λατρεύαμε τις ίριδες. Ήταν οι δί­ χρωμες μοβ που οι χωρικοί έλεγαν κρίνους και οι υπόλοιποι τζερμάνικες. (Τη βοτανική ταυτότητά τους μου την είχε μά­ θει η θεία Ελένη, πάντα διά εικονογραφημένης αλληλογρα­ φίας.) Ήταν στις δόξες τους μόνο για δυο, ίσως και τρεις, εβδομάδες, από του Ευαγγελισμού μέχρι τα μέσα Απριλίου, και όλες μαζί ανέδιδαν μια λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη, γλυκιά ευωδιά, ιδίως όταν τις φέρναμε μέσα στο σπίτι. (Κό­ βαμε για βάζα μόνο όσες έσπαζε ο άνεμος.) Μετά τα πρω­ τοβρόχια φύτρωναν πρώτα τα γκριζοπράσινα σπαθωτά φύλλα τους που έφταναν το τελικό τους ύψος λίγο πριν πετάξουν τα κοτσάνια τους και ανθίσουν μερικούς μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι ήταν σκέτη ασχήμια, με τα μισόξε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=