Μια ιστορία μόνο: Το σπίτι στα βράχια
32 KAΛΗ ΔΟΞΙΑΔΗ «Ευχαριστώ». Χαμογέλασε κι ακούμπησε πιο βολικά στον βράχο πίσω του. Έμοιαζε απόλυτα άνετος και χαλαρός καθώς με παρα τηρούσε προσεκτικά από πάνωως κάτω. Προσπαθούσα να αποφύγω τη ματιά του, και κοίταζα χαμηλά, τις φαγωμένες ελβιέλες μου που είχαν σπάγγο για κορδόνια και σκουριές γύρω στις τρύπες, τα μαυρισμένα πόδια μου γεμάτα γρα τζουνιές και ξεραμένο αλάτι. Τι ντροπή. «Το ξέρεις πως δεν έχεις να φοβηθείς από μένα, ε;» Και μόνο η ερώτηση μου το επιβεβαίωσε. «Προηγουμένως τρόμαξα λίγο, αλλά τώρα δεν φοβάμαι». «Τα πράγματά σου δεν τα έχω πειράξει. Είναι όλα εδώ». Τα πράγματά μου, οι ανόητοι ψευτοθησαυροί μου · μια λάμπα πετρελαίου με ραγισμένο γυαλί, μια υφαντή ξεθω ριασμένη κουβέρτα (αυτή που κρέμαγε από δυο ελιές στη σκιά η Λοξάντρα όταν ήμουν μικρή, και με κούναγε, λέγο ντάς μου παραμύθια, τις ώρες που οι μεγάλοι έπαιρναν τον μεσημεριανό τους ύπνο), μια κιτρινισμένη μαυρόασπρη φωτογραφία κομμένη από περιοδικό, που έδειχνε μια τρι κάταρτη σκούνα με ανοιγμένα πανιά, ένα μπουκάλι με πε τρέλαιο για τη λάμπα. Σ’ ένα τσίγκινο κουτί από εγγλέζικα μπισκότα: ένα κουτί σπίρτα, μερικά μπαγιάτικα τσιγάρα, ένα σημειωματάριο κι ένα κουτσομύτικο μολύβι, μια ξεθω ριασμένη τράπουλα, μερικά μαγικά βότσαλα με τρύπα, ένας κολοβός σουγιάς, μερικά χρωματιστά θαμπά γυαλιά της
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=