Μια ιστορία μόνο: Το σπίτι στα βράχια
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΝΟ: ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ 29 Ο τόνος ήταν ήρεμος. Η πρώτη τρελή σκέψη που πέρασε απ’ το μυαλό μου ήταν «Είναι ο Daddy, και θα με σκοτώσει». Τρέμοντας, έκανα ένα βήμα πίσω και μερικά χαλίκια γλί στρησαν κάτω απ’ τα πόδια μου. «Ακίνητος! Ψηλά τα χέρια!» Αυτή τη φορά ήταν διαταγή. «Τώρα κατέβα. Πολύ αργά». Η φωνή του ερχόταν απ’ την είσοδο της σπηλιάς, πίσω απ’ την Πύλη. Δεν έμοιαζε καθόλου με του πατέρα μου. Δεν τον έβλεπα, και αποκλείεται να με έβλεπε εκείνος. «Με τα χέρια ψηλά πώς θα πιαστώ να κατέβω;» Η φωνή μου έτρεμε. Ακολούθησε σιωπή και μετά, σε πιο χαλαρό τόνο. «Είσα στε μόνη; Ποια είστε;» «Με λένε Ανθή Βελισσάρη. Απάνω είναι το σπίτι μου. Είμαι μόνη». Τι βλακεία! Έπρεπε να πω ότι είναι κι άλλοι. Θα με σκοτώσει, σκέφτηκα. «Είμαι παιδί» τραύλισα, μισώ ντας τη δειλία μου. Τότε φάνηκε, στο άνοιγμα πίσω απ’ την Πύλη. Ένας… παπάς, ψηλός και αδύνατος, με πυκνά γκρίζα μαλλιά και γένια, και τα πιο θλιμμένα, τα πιο συμπονετικά μάτια που είχα δει ποτέ. Μείναμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο και, αργά, κατέβασα τα χέρια μου. «Όντως παιδί» είπε, κι αναστέναξε, αλλά τα μάτια του έμοιασαν να χαμογελούν. «Χαίρω πολύ, Ανθή Βελισσάρη. Κατέβα να γνωριστούμε. Μην ανησυχείς, δεν έχω πιστόλι».
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=