Το παλάτι του φεγγαριού

Τ Ο Π Α Λ Α Τ Ι Τ Ο Υ Φ Ε Γ Γ Α Ρ Ι Ο Υ 25 σικά αγαπημένα» μου ανήγγειλε ο Βίκτορ μόλις έφτασα. «Τέρ­ μα τα χορευτικά. Τέρμα τα μεθυσμένα γαμήλια γλέντια. Πάψα­ με πια να βγαίνουμε στη γύρα για πενταροδεκάρες και θα κά­ νουμε μόνο περιοδείες υψηλού επιπέδου». Αναμφίβολα είχαν σκαρώσει μια πρωτότυπη δουλειά και, όταν το επόμενο βράδυ πήγα να τους δω να παίζουν, τα τραγούδια τους με κατέπληξαν σαν μια αποκάλυψη – ήταν γεμάτα χιούμορ και σπιρτάδα, ένα θορυβώδες πανδαιμόνιο που σάρκαζε τα πάντα, από την πολι­ τική ως τον έρωτα. Οι στίχοι του Βίκτορ έδιναν μια αίσθηση ξενοιασιάς κι απλοϊκότητας, αλλά ο υποβόσκων τόνος τους είχε μια επίδραση σχεδόν ανάλογη μ’ αυτή του Σουίφτ. Ο Σπάικ Τζόουνς συναντά τον Σοπενχάουερ, αν κάτι τέτοιο ήταν ποτέ πιθανό να συμβεί. Ο Χάουι είχε κλείσει μια συμφωνία για τους Moon Men με ένα κλαμπ του Σικάγο και θα εμφανίζονταν εκεί κάθε Σαββατοκύριακο από την Ημέρα των Ευχαριστιών μέχρι την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Την εποχή που επέστρεψα στο Σικάγο μετά την αποφοίτησή μου από το σχολείο, προετοί­ μαζαν ήδη μια περιοδεία, γινόταν μάλιστα και λόγος να βγάλουν έναν δίσκο σε μια εταιρεία του Λος Άντζελες. Και έτσι μπήκαν στην ιστορία τα βιβλία του θείου Βίκτορ. Θα έφευγε στα μέσα Σεπτεμβρίου και δεν ήξερε πότε θα γυρνούσε. Ήταν αργά τη νύχτα, κάτι λιγότερο από μια βδομάδα προτού φύγω για τη Νέα Υόρκη. Ο Βίκτορ καθόταν στην πολυθρόνα του κοντά στο παράθυρο, καπνίζοντας ένα πακέτο τσιγάρα Ράλι και πίνοντας σναπς από ένα φτηνιάρικο ποτήρι. Ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ, αρμενίζοντας χαλαρωμένος μέσα στον λήθαργο του μπέρμπον και του καπνού. Για τρεις με τέσσερις ώρες κου­ βεντιάζαμε περί ανέμων και υδάτων, τώρα όμως η κουβέντα είχε κοπάσει και καθένας μας βυθιζόταν στη σιωπή των σκέψεών του. Ο θείος Βίκτορ τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του, αλληθώρισε καθώς ο καπνός έκανε δαχτυλίδια πά

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=