Το κορίτσι που εξαφανίστηκε

G I L L I A N F L Y N N 22 στράικ από την αίθουσα μπόουλινγκ – ευχαριστώ, ευχαριστώ, φίλοι μου – και μετά βγήκα από το αυτοκίνητο. Θαύμασα τον γύρω χώρο, ακόμη δεν είχα βαρεθεί το έρημο τοπίο: τo ταχυδρο- μείο απέναντι μια χοντροκοπιά με κίτρινα τούβλα (τώρα πια κλειστό τα Σάββατα), το ταπεινό μπεζ κτίριο γραφείων λίγο πιο κάτω (τώρα πια κλειστό, τελεία). Ο τόπος δεν ευημερούσε. Ούτε κατά διάνοια. Διάολε, το μέρος αυτό δεν ήταν καν μοναδικό, ήταν το ένα από τα δύο Κάρθιτζ στο Μιζούρι – το δικό μας είναι για την ακρίβεια το Βόρειο Κάρθιτζ, πράγμα που το κάνει να ακούγεται σαν αδελφή πόλη του άλλου Κάρθιτζ, παρόλο που απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα και είναι το πιο ασήμαντο από τα δύο: μια γραφική μικρή πόλη της δεκαετίας του ’50 που με- γάλωσε κι έγινε ένα κλασικό μεσαίου μεγέθους προάστιο και αυτό το θεώρησε πρόοδο. Έστω κι έτσι όμως, εδώ είχε μεγαλώ- σει η μαμά μου, εδώ είχε μεγαλώσει εμένα και την Γκο. Είχε ιστορία. Τουλάχιστον τη δική μου ιστορία. Καθώς διέσχιζα το τσιμεντένιο και χορταριασμένο πάρκινγκ πηγαίνοντας προς το μπαρ, κοίταξα ως την άλλη άκρη του δρό- μου και είδα το ποτάμι. Αυτό αγαπούσα πάντα στην πόλη μας. Δεν είμαστε χτισμένοι σε καμιά προστατευμένη όχθη με θέα τον Μισισιπή – είμαστε πάνω στον Μισισιπή. Θα μπορούσα να ακο- λουθήσω τον δρόμο και να μπω με τη μία στο ποτάμι, ένα μέτρο βάθος, και να τραβήξω για το Τενεσί. Κάθε κτίριο στο κέντρο της πόλης έχει γραμμές, τραβηγμένες με το χέρι, στα σημεία που χτύπησε το ποτάμι κατά την πλημμύρα του ’61, του ’75, του ’84, του ’93, του ’07, του ’08, του ’11. Και ούτω καθεξής. Το ποτάμι τώρα δεν ήταν φουσκωμένο αλλά κυλούσε γοργά, με ορμητικά γλιτσιασμένα ρεύματα. Αντίστοιχα γρήγορα κινού- νταν και μια μεγάλη ουρά ανθρώπων · είχαν όλοι το βλέμμα χα- μηλωμένο και τους ώμους σφιγμένους, και περπατούσαν απο- φασιστικά προς το πουθενά. Καθώς τους παρατηρούσα, ο ένας σήκωσε το βλέμμα του και με κοίταξε ξαφνικά. Το πρόσωπό του ήταν σκιασμένο, μια οβάλ μαυρίλα. Απέστρεψα το βλέμμα μου.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=