Το κορίτσι που εξαφανίστηκε

Τ Ο Κ Ο Ρ Ι Τ Σ Ι Π Ο Υ Ε Ξ Α Φ Α Ν Ι Σ Τ Η Κ Ε 21 Το μπαρ μας είναι γωνιακό και η αισθητική του λίγο χύμα, λίγο απ’ όλα. Το πιο δυνατό χαρακτηριστικό του είναι τα μασίφ βικτοριανά ράφια για τα ποτά, από ξύλο βελανιδιάς, με τα σκα- λιστά κεφάλια δράκων και πρόσωπα αγγέλων – εξαιρετική δουλειά ιδίως γι’ αυτήν την εποχή που είναι τίγκα στη σκατένια πλαστικούρα. Το μπαρ κατά τ’ άλλα είναι άθλιο, μια έκθεση των χειρότερων αντικειμένων κάθε δεκαετίας: πάτωμα από λι- νόλαιο εποχής Αϊζενχάουερ, με τις άκρες του να γυρίζουν προς τα πάνω σαν καμένο φρυγανισμένο ψωμί. Τοίχοι με ξύλινη επένδυση αμφίβολης ποιότητας, βγαλμένοι από ερασιτεχνική τσόντα των σέβεντις. Φωτιστικά δαπέδου με λάμπες αλογόνου, ένας τυχαίος φόρος τιμής στο φοιτητικό μου δωμάτιο τη δεκαε­ τία του ’90. Το τελικό αποτέλεσμα είναι παράξενα οικείο – πε- ρισσότερο μοιάζει με το παραμελημένο χαμόσπιτο κάποιου πα- ρά με μπαρ. Και υπάρχει και μια ευτυχής σύμπτωση: Μοιραζό- μαστε το πάρκινγκ με τη διπλανή αίθουσα μπόουλινγκ, και όταν η πόρτα μας ανοίγει διάπλατα, ο ήχος από τα στράικ αβαντάρει την είσοδο του πελάτη. Το ονομάσαμε «Το Μπαρ». Το επιχείρημα της αδερφής μου ήταν: «Ο κόσμος θα μας θεωρήσει είρωνες και όχι ανέμπνευ- στους». Ναι, νομίζαμε ότι ήμασταν έξυπνοι νεοϋορκέζοι – ότι το όνο- μα ήταν ένα μεταμοντέρνο αστείο που κανείς άλλος δεν θα καταλάβαινε, τουλάχιστον όχι όπως το καταλαβαίναμε εμείς. Δεν θα το μετα-λάβαινε. Φανταζόμασταν τους ντόπιους να συ- νοφρυώνονται: Γιατί το ονομάσατε «Το Μπαρ»; Αλλά ο πρώτος μας πελάτης, μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά, πολυεστιακά γυα- λιά και ροζ φόρμα είπε: «Μ’ αρέσει το όνομα. Όπως στο Πρό- γευμα στο Τίφανις , όπου ο γάτος της Όντρεϊ Χέπμπορν λεγό- ταν “Γάτος”». Έπειτα από αυτό νιώθαμε πολύ λιγότερο ανώτεροι, πράγμα που ήταν καλό. Μπήκα στο πάρκινγκ και περίμενα μέχρι που άκουσα ένα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=