ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΟΠΤΑΣΙΑΣ 19 πορτα δεν είναι κλειδωμένη και μ’ ένα σπρώξιμο ανοίγουν όλες οι υπόλοιπες πόρτες. Είμαι μεσίτης για δαύτο, αν σκέφτεστε να το πάρετε…» Ο Όλερον διέσχισε ξανά την πλατεία, κατέβηκε τα δυο σκαλιά στη σπασμένη αυλόπορτα, προχώρησε στο μονοπάτι και μπήκε στην παλιά φαρδιά εξώπορτα. Μπαίνοντας στο εσωτερικό του σπιτιού, στα δεξιά του υπήρχαν σκαλοπάτια που οδηγούσαν στα ευρύχωρα κελάρια και η σκάλα μπροστά του ήταν φαρδιά, ωραία, λερή, με σκαλιστή κουπαστή. Ο Όλερον την ανέβηκε, αποφεύγοντας την επαφή με την κουπαστή και τον τοίχο, και σταμάτησε στο πρώτο πλατύσκαλο. Μια πόρτα μπροστά του ήταν σφραγισμένη με σανίδια, ωστόσο έσπρωξε μιαν άλλη στα δεξιά και κάποιο χαλασμένο μάνταλο ή σύρτης υποχώρησε. Προχώρησε στον αδειανό πρώτο όροφο. Έμεινε εκεί ένα τέταρτο της ώρας και μετά βγήκε πάλι. Χωρίς να ανέβει πιο πάνω, κατέβηκε τη σκάλα, διέσχισε άλλη μια φορά την πλατεία και στάθηκε πάλι μπροστά στο σπίτι του άντρα που είχε χάσει το κλειδί. «Μπορείτε να μου πείτε πόσο είναι το νοίκι;» τον ρώτησε. Εκείνος ανέφερε ένα νούμερο σχετικά χαμηλό, που φαίνεται να λάμβανε υπόψη του τον χαρακτήρα της γειτονιάς και το φρικτό χάλι του σπιτιού.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=