OLIVER ONIONS 18 άλλα προβλήματα σ’ ένα διαχωρισμένο νοικοκυριό. Επομένως ο Όλερον, σταματώντας αιφνίδια μπροστά στην όμοια με τσεκούρι πινακίδα, κοίταξε πρώτα κάτω, μέσα από κάτι αραιά λιγούστρα, τα παράθυρα του υπογείου που ήταν καλυμμένα με σανίδες, ύστερα πάνω, στα κενά και βρόμικα τζάμια του πρώτου ορόφου, και τέλος ακόμα πιο ψηλά, στον δεύτερο όροφο και στο επίπεδο πέτρινο ακροκάλυμμα των φύλλων μόλυβδου. Κοντοστάθηκε ένα λεπτό ψηλαφώντας το λείο, ξυρισμένο του πιγούνι· και ύστερα, ρίχνοντας άλλη μια ματιά στην πινακίδα, διέσχισε αργά την πλατεία προς το Νούμερο Έξι. Χτύπησε και περίμενε δυο τρία λεπτά, μα παρόλο που η πόρτα ήταν ανοικτή, δεν πήρε απάντηση. Χτυπούσε ξανά, όταν εμφανίστηκε ένας άντρας με μακριά μύτη κι ανασηκωμένα μανίκια. «Έλεγα την προσευχή πριν από το φαγητό» του εξήγησε αυστηρά. Ο Όλερον ζήτησε το κλειδί του παλιού σπιτιού· και ο άντρας με τη μακριά μύτη αποσύρθηκε και πάλι. Ο Όλερον περίμενε άλλα πέντε λεπτά στο σκαλοπάτι· έπειτα ο άντρας εμφανίστηκε ξανά και, μηρυκάζοντας το φαγητό το οποίο είχε αναφέρει προηγουμένως, ανακοίνωσε πως το κλειδί είχε χαθεί. «Αλλά δεν θα το χρειαστείτε» πρόσθεσε. «Η εξώ-
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=