ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 43 όντως ό,τι καλύτερο μπορούσα». Τον κοίταξα. Και επιτέλους χαμογέλασε και είπε: «Θα μείνεις εδώ κρεβατωμένος λίγο καιρό, όταν όμως έρθεις στο σπίτι, όσο καιρό θα μείνεις μέσα αναρρώνοντας, θα μιλήσουμε, ε; Και θα προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τι στο καλό θα κάνουμε μ’ εσένα όταν θα σταθείς πάλι στα πόδια σου. Εντάξει;». «Εντάξει» έκανα εγώ. Γιατί καταλάβαινα, στο βάθος της ψυχής μου, ότι ποτέ μας δεν είχαμε μιλήσει κι ότι τώρα πια δεν επρόκειτο να μιλήσουμε ποτέ. Καταλάβαινα ότι εκείνος δεν έπρεπε να το μάθει ποτέ. Όταν πήγα σπίτι κουβέντιασε μαζί μου για το μέλλον μου, εγώ όμως την είχα πάρει την απόφασή μου. Δεν θα πήγαινα στο κολέγιο, δεν θα έμενα σ’ εκείνο το σπίτι μαζί μ’ εκείνον και την Έλεν. Και τον έφερα τόσο καλά βόλτα τον πατέρα μου που άρχισε πραγματικά να πιστεύει ότι το γεγονός ότι βρήκα δουλειά και πήγα να μείνω μόνος μου υπήρξε το άμεσο αποτέλεσμα των συμβουλών του και μια ανταμοιβή για τον τρόπο που με είχε αναθρέψει. Από τη στιγμή φυσικά που έφυγα από το σπίτι, τα βόλευα πολύ ευκολότερα μαζί του και δεν είχε ποτέ κανέναν λόγο να νιώθει αποκλεισμένος από τη ζωή μου αφού τα κατάφερνα πάντα, όταν μιλούσα γι’ αυτή, να του λέω αυτό που επιθυμούσε να ακούσει. Και τα πηγαίναμε πραγματικά πολύ καλά,
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=