Το δωμάτιο του Τζοβάνι

JAMES BALDWIN 42 Και το πρόσωπο του πατέρα μου άλλαξε. Πήρε μια όψη τρομερά γερασμένη και ταυτόχρονα τελείως, απίθανα, νεανική. Θυμάμαι που έμεινα εμβρόντητος μέσα στο ακίνητο, κρύο επίκεντρο της θύελλας που συνέβαινε μέσα μου, συνειδητοποιώντας ότι ο πατέρας μου όλο αυτό τον καιρό υπέφερε και εξακολουθούσε να υποφέρει. «Μην κλαις» είπε «μην κλαις». Χάιδεψε το μέτωπό μου μ’ εκείνο το ανόητο μαντίλι, σαν να έκλεινε μέσα του μια μαγική ικανότητα να θεραπεύει. «Δεν υπάρχει λόγος να κλαις. Όλα θα πάνε μια χαρά». Σχεδόν έκλαιγε κι ο ίδιος. «Όλα καλά είναι, σωστά; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό, έτσι δεν είναι;» Κι όλη αυτή την ώρα μου χάιδευε το πρόσωπο μ’ εκείνο το μαντίλι, μ’ έπνιγε στο χάδι. «Ήμασταν μεθυσμένοι» έλεγα. «Ήμασταν μεθυσμένοι». Γιατί αυτό έμοιαζε με κάποιον τρόπο να τα εξηγεί όλα. «Η θεία σου η Έλεν λέει ότι εγώ φταίω» είπε. «Δεν σ’ ανάθρεψα σωστά, λέει». Πήρε από πάνω μου, δόξα τω Θεώ, εκείνο το μαντίλι και ίσιωσε αδύναμα τους ώμους. «Δεν έχεις τίποτα εναντίον μου, έτσι δεν είναι; Θα μου το ’λεγες αν είχες;» Τα δάκρυά μου άρχισαν να στεγνώνουν, στο πρόσωπό μου και μέσα στο στήθος μου. «Όχι» έκανα. «Όχι. Τίποτα. Ειλικρινά». «Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα» είπε. «Έκανα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=